Αμαδρυάδες…

Από τον Γιώργο Κύριλλο.

Το γραφείο είχε πάντα απαιτήσεις, έπρεπε να είσαι πάντα στο πόδι για την δουλειά. Συναντήσεις, συζητήσεις, ανάλυση των σχεδίων, οικονομικές αναλύσεις. Έπρεπε το πρωί να είμαι οπωσδήποτε στην Μονεμβασιά για την συζήτηση ανέγερσης μιας νέας ξενοδοχειακής μονάδας. Βρήκα έτσι την ευκαιρία να ξεκλέψω μία μέρα επιπλέον για μία επίσκεψη στο το χωριό της γιαγιάς, το χωριό των παιδικών μου χρόνων.

Μόνος πλέον, στο μικρό πέτρινο σπιτάκι, καλά διατηρημένο χάριν των φιλότιμων προσπαθειών των γονιών μου και δικών μου αργότερα, προς πείσμα στον χρόνο, αρνείται να ακολουθήσει κατά έναν μαγικό τρόπο την εξελικτική φθορά.

Η βόλτα στα σοκάκια του χωριού και στις παρυφές του μεγάλου δάσους που έστεκε από επάνω του, πάντα με ηρεμούσε και μου γέμιζε τις ‘μπαταρίες’.

Ήταν όμορφο εκείνο το δειλινό, καλοκαιρινό, ζεστό κι εγώ καθισμένος στην πλαγιά του λόφου, κάτω από τα μεγαλοπρεπή Αρκαδικά βουνά, στην άκρη του δάσους από καστανιές και βελανιδιές, κοίταζα προς τα κάτω τις κεραμοσκεπές των σπιτιών του μικρού χωριού που χρύσιζαν καθώς ο ήλιος έγερνε αργά, πηγαίνοντας να χαρίσει το ζωωγόνο φως του σε άλλες πολιτείες, να ξυπνήσει άλλους λαούς από τον λήθαργο την νύχτας. Το λυκόφως αχνοφέγγει τώρα,

τώρα είναι η στιγμή, έλεγε η γιαγιά μου, που μπορεί να ακούσεις τις νεράιδες και αν είσαι εκλεκτός να δεις  και τον χορό τους κιόλας.

Είχα ακούσει πολλές ιστορίες για αυτά τα εξωτικά πλάσματα.       

Άρεσε στην γιαγιά να κάθεται μπροστά στο τζάκι τα χειμωνιάτικα βράδια, επηρεασμένη θαρρείς από την φλόγα και την θαλπωρή και να εξιστορεί ιστορίες στα εγγόνια της, ή τα καλοκαίρια πάλι, στην αυλή του πετρόχτιστου σπιτιού της, στην άκρη του χωριού, καθόμασταν στα χαμηλά σκαμνάκια, αν και εμένα μου άρεσε πάντα να γυρνάω ανάποδα τον κουβά του πηγαδιού, και ακούγαμε με λαχτάρα τις ιστορίες της.

Ιστορίες για ξωτικά και νεράιδες πλάσματα που στην  φαντασία των μικρών παιδιών φάνταζαν τρομακτικά, πελώρια. Απορροφημένοι από την αφήγηση, με τους γρύλους να σπάνε την ησυχία της νυχτιάς, πεταγόμασταν στον παραμικρό θόρυβο, νομίζοντας ότι κάτι θα πεταχτεί από το πηγάδι, κάτι θα βγει από το σκοτεινό πλυσταριό.

Ιστορίες που ακόμη και τώρα θυμάμαι, πολλές φορές λες και την ακούω δίπλα μου, παρόλο που έχει φύγει χρόνια τώρα.

Είναι αλήθεια παλικάρι μου, μου είχε πει κάποια στιγμή που μεγαλύτερος πια, έδειχνα να αποδοκιμάζω τις ιστορίες της, κάθισε στο δάσος στο χάραμα του λυκόφωτος και καθώς ο ήλιος θα αφήνει τούτη την γη, θα ακούσεις το τραγούδι.

Χρόνια είχα να έρθω στο χωριό, δουλειές, υποχρεώσεις, ταξίδια, δεν μπόρεσα ούτε να έρθω να την χαιρετήσω, πάντα όμως ήταν στην καρδιά μου, ήμουν ο αγαπημένος της βλέπετε. Ακόμη και τότε ήμουν σίγουρος ότι το καταλάβαινε, ακόμη και τότε γνώριζε πως ήμουν δίπλα της παρά τα χιλιάδες μίλια που μας χώριζαν και κατά περίεργο τρόπο πάντα αισθανόμουν την παρουσία της, λές κι ακολουθούσε τα βήματά μου.

Έτσι τώρα καθισμένος στην πλαγιά του λόφου, αναπολώ τις ημέρες και τα βράδια που πέρασαν, αποζητώντας ακόμη μία ιστορία της, κοιτώντας τον ήλιο να αφήνει τούτη την γή αναζητώντας την επόμενη.

Και εκεί, στο χάραμα του λυκόφωτος, ξαφνικά η φύση σωπάζει, μια ησυχία ανακατεμένη με την δροσιά της νύχτας μου τυλίγει το σώμα και το δέρμα ανατριχιάζει ακούγοντας γυναικείες φωνές να διαχέονται στον αέρα, να υμνούν, να τραγουδούν…

Άνασσα! Άνασσα Αμαδρυάς!

Παγωμένος, χωρίς να μπορώ να αρθρώσω λέξη, με κομμένη την ανάσα και στεγνό το στόμα, κάθομαι εκεί ανήμπορος για οτιδήποτε άλλο, να ακούω τις φωνές μέσα από το δάσος πίσω μου, μην τολμώντας να κοιτάξω…   Και εκεί ξύπνησα την επομένη, όταν ο ήλιος επέστρεψε σε τούτη την γη να φωτίσει και να ζεστάνει την ψυχή της. Όταν οι πρώτες αχτίδες διαπέρασαν τα βλέφαρά μου, πετάχτηκα επάνω, τρέχοντας κάτω στο χωριό, μην τολμώντας ακόμη και εκείνη την στιγμή να κοιτάξω πίσω. Μπήκα στο μικρό πετρόχτιστο σπίτι κλείνοντας την πόρτα πίσω μου.

Ακούω ακόμη στο μυαλό μου το τραγούδι τους σε μία γλώσσα που δεν καταλάβαινα, αλλά που σιγά σιγά έπαψε να με φοβίζει και έρχεται στη θύμησή μου η γιαγιά μου με τα λόγια της, κολλημένος σε μία φράση της, …και αν είσαι εκλεκτός…!

Οι ώρες περνάνε χωρίς να μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο, οι σκέψεις παίζουν με την λογική και η επιθυμία έχει αρχίσει να γίνεται εμμονή. Ο ήλιος έχει αρχίσει την πορεία  προς την δύση του και εγώ την πορεία προς το δάσος, περιμένοντας το λυκόφως κάτω από την σκιά του Λύκαιου όρους, διστάζοντας στην αρχή, αλλά βαδίζοντας τελικά στην καρδιά του δάσους.

Εκεί σε ένα ξέφωτο, κάθομαι στην άκρη ενός ρυακιού ακούγοντας το κελάρισμα του νερού και προσμένοντας την νύχτα. Το φως σιγά σιγά χάνετε, το δάσος άρχισε να αλλάζει, αλλάζουν και οι ήχοι του, η κουκουβάγια με τον γκιώνη έχουν  αρχίσει την δική τους ιστορία, το καλοκαιρινό αεράκι μου δροσίζει ευχάριστα το πρόσωπο μαζί με το νερό από το ρυάκι που ξεγελά την δίψα μου, και βολεύομαι καλύτερα στην ρίζα μιάς βελανιδιάς, προσμένοντας, με μία αίσθηση φόβου…. και τελικά εκεί τα μάτια κλείνουν.

Μάρα Ώρε, Μάνεν Νάλυε;

Μέσα από τον ύπνο ένα ρίγος διαπερνά το σώμα και το ακινητοποιεί, τα μάτια ανοίγουν με δισταγμό για την θέα που θα αντικρίσουν. Ένα αχνό φως υπάρχει γύρω χωρίς να έχει ξημερώσει, και ξαφνικά καθώς αδυνατώ να κουνηθώ και μην μπορώντας να αρθρώσω ούτε μία λέξη, την βλέπω, με αυτά τα πράσινα μάτια και τα χρυσοκάστανα μαλλιά της καθώς φρέσκα φύλλα βελανιδιάς πλέκονται ανάμεσά τους, τυλιγμένα με ένα χρυσοκέντητο αραχνοΰφαντο μαντήλι. Ψίθυροι και συνομιλίες γύρω μου με την ίδια γλώσσα που μου φαίνεται οικεία, που όμως είναι  αδύνατον να κατανοήσω.

Άνασσα; Άνασσα;

Και ξαφνικά με ένα νεύμα του χεριού της απόλυτη ησυχία απλώνεται τριγύρω. Το χέρι της ακουμπά απαλά, πρώτα τα μάτια, μετά τα χείλη και ύστερα τα αυτιά μου. Και συνειδητοποιώ ότι μπορώ να την ακούσω, να της μιλήσω, να συνεννοηθούμε στην ίδια  γλώσσα…  Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη μου και ασυναίσθητα προσπάθησα να αγγίξω τα μαλλιά της,  χωρίς να προβάλλει καμία αντίσταση, και με μία αίσθηση που δεν έχω ξανανιώσει πέφτει το μαντήλι της και τυλίγεται γύρω από το χέρι μου, ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια της και μένουμε και οι δύο ακίνητοι…

Το ξέρω αυτό το μαντήλι, το έχω ξαναδεί! Θυμάμαι ένα παρόμιο σε μία φιλντισένια μπιζουτιέρα στην παλιά σερβάντα της γιαγιάς, δεμένο με έναν κόμπο που ποτέ δεν μπόρεσα να λύσω όσες φορές και αν προσπάθησα. Το γνώριζε αυτό, άν πάρεις το μαντήλι μιάς νεράιδας και το δέσεις με αυτό τον κόμπο θα την κρατήσεις κοντά σου για πάντα. Το γνώριζα κι εγώ, το είχε αναφέρει η γιαγιά μου σε κάποια ιστορία της, κοιτώντας έντονα εμένα χωρίς ποτέ να καταλάβω το γιατί, μέχρι τώρα! Και θυμήθηκα πάλι την φράση της,

…αν είσαι ο εκλεκτός…

Και χωρίς να το καλοσκεφτώ, ξανατυλίγω το μαντήλι στα μαλλιά της, σ΄αυτά τα χρυσοκάστανα μαλλιά με τα πλεγμένα φύλλα βελανιδιάς. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την λάμψη των ματιών της και το χαμόγελο που μου χάρισε.

Ξύπνησα από το κελάϊδημα των αϊδονιών μιάς και ο ήλιος αργεί να φτάσει σε αυτό το σημείο του δάσους. Μία αίσθηση πρωτόγνωρη έχει κατακλύσει το σώμα και την ψυχή μου, και ένα κλαδάκι με δύο φύλλα βελανιδιάς δεμένα με μία τούφα χρυσοκάστανα μαλλιά γεμίζει την χούφτα μου.

Κατέβηκα σχεδόν τρέχοντας στο παλιό πετρόχτιστο σπίτι της γιαγιάς, ψάχνοντας με μανία για την φιλντισένια μπιζουτιέρα στην παλιά σερβάντα της. Στο βάθος του κάτω συρταριού την βρήκα, τυλιγμένη με κάποιο λευκό λινό ύφασμα, κρύος ιδρώτας με έλουσε όταν την άνοιξα. Το μαντήλι που είχα δεί χρόνια πρίν βρισκόταν εκεί αναλίωτο από τα χρόνια, δεμένο ακόμη με αυτόν τον κόμπο και τυλιγμένο μαζί με ένα κλαδάκι βελανιδιάς που δεν είχα δώσει σημασία τότε. Ένας κόμπος έκατσε στον λαιμό μου όταν διάφορες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου. Τα πόδια μου λύγισαν κοιτάζοντας μία το μαντήλι, μία την τούφα που είχα εγώ, βλέποντας μπροστά μου την γιαγιά μου να μας λέει τις ιστορίες τις.

Άργησα να συνέλθω, αλλά έπρεπε να φύγω γρήγορα, το ταξίδι για την Θεσσαλονίκη ήταν μεγάλο και έπρεπε νωρίς το πρωί να βρίσκομαι οπωσδήποτε στην εταιρία. Αφήνοντας μία υπόσχεση, ότι θα επέστρεφα σύντομα, ίσως για πάντα. Πριν φύγω επισκέφτηκα πάλι το δάσος, αφήνοντας στην ρίζα της βελανιδιάς την παλιά μπιζουτιέρα της γιαγιάς και μία τούφα από τα δικά μου μαλλιά μαζί με ένα κλαδάκι βελανιδιάς δεμένα με μία κόκκινη μεταξωτή κορδέλα! Τώρα γνωρίζω, ποτέ δεν θα είμαι πια μόνος όταν επιστρέψω… για πάντα…