Η ανάσα του Δάσους

Από τον Γιώργο Κύριλλο.

Θυμάμαι το δάσος των παιδικών μου χρόνων, φάνταζε από μακριά απόκοσμο, μυστηριώδες… πλάθαμε με την φαντασία μας ιστορίες για νεράιδες και τρελούς που ζούσαν στα σωθικά του και  έπαιρναν παιδιά.

Μεγαλώνοντας οι ιστορίες αυτές άρχισαν να ξεθωριάζουν, ήμασταν όμως αρκετά παιδιά ακόμη, για να μπούμε να εξερευνήσουμε τα σωθικά του, να βρούμε τις πτυχές του, να ανακαλύψουμε  τα μυστικά του.

Είδαμε έναν κόσμο αλλιώτικο, μυστηριώδη, γαλήνιο, μάθαμε να ακούμε τις φωνές των δέντρων, να καταλαβαίνουμε την γλώσσα του δάσους, να ακούμε την ανάσα του, να βλέπουμε πράγματα αόρατα από τους άλλους.

Γνωρίσαμε το δάσος στις ρίζες του, θελήσαμε να το γνωρίσουμε και στην κορυφή του.

Έτσι βρήκαμε το πιο ψηλό δέντρο στην μέση του δάσους, στεκόταν ογκώδες, επιβλητικό, κάνοντας όλα τα άλλα να προσκυνούν μπροστά του.

‘Ελάτε…’,  μας είπε και άπλωσε τα κλαδιά του, κι εμείς αρχίσαμε να ανεβαίνουμε όλο και πιο ψηλά κάνοντας την Γη να ζηλεύει κάτω από τα πόδια μας. Τα ευλύγιστα κλαδιά του μας αγκάλιαζαν και μας έσπρωχναν στην κορυφή. Δεν φοβόμασταν, το μόνο που νιώθαμε ήταν η δίψα της κατάκτησης, η δίψα της γνώσης.

Ξαφνικά ο ουρανός μας αποκαλύφθηκε και βρεθήκαμε σε έναν κόσμο αλλιώτικο, θεϊκό, βλέπαμε το δάσος από επάνω, τις κορυφές των δέντρων, τα πουλιά που μπαινόβγαιναν τιτιβίζοντας και συνειδητοποιήσαμε ότι η φασαρία του κόσμου είχε χαθεί, τώρα ακούγαμε μόνο το θρόισμα των φύλλων του δάσους, μόνο αυτό μιλούσε πλέον.

Μην φοβάστε… στον δρόμο που θα προχωρήσετε, μην πάρετε μαζί σας τρόφιμα, μόνο πάρτε πέτρες στρογγυλές, λευκές, όμοιες με φως για να σας οδηγούν στον δρόμο της γνώσης και της αλήθειας, για να σας γλυτώσουν από τυχοδιώκτες και λιλιπούτιους επαίτες, το δάσος θα είναι σκοτεινό, μεγάλο, με περίεργους θορύβους σταλμένους από  άλλο κόσμο.

Με το φαγητό και τα ψίχουλα, θα χορτάσετε ταΐζοντας τον εαυτό σας και τους άλλους, αυτούς που δεν φαίνονται, τα λιλιπούτεια πλάσματα του κόσμου που βρίσκεσαι, τους κυνηγούς της νύχτας, που ψάχνουν για φαί από εσένα δωρίζοντας σας την λήθη και την απελπισία. Πάρτε μαζί σας πέτρες λευκές όμοιες με φως και στρογγυλές σαν την καθαρή σκέψη, χαρίζοντας σας τον δρόμο για την λύτρωση έξω από το δάσος στον ήλιο.

Ακολουθήστε τον δρόμο αυτόν,  έχετε πίστη, η Ιθάκη υπάρχει!’

Θυμάμαι, Δάσος, που μας μίλαγες και μας συμβούλευες, με γλώσσα που ακούγαμε και καταλαβαίναμε μόνο εμείς.

‘Ό,τι σκεφτείς μπορείς να το πραγματοποιήσεις’ μας έλεγες και σχεδιάζαμε το μέλλον μας με όρεξη και πάθος. Τότε ήμασταν ακόμη παιδιά και μέσα σ΄ όλο αυτό τον καταιγισμό των γνώσεων περνούσαμε ώρες κοντά σου, σε ξύλινα σπιτάκια που είχαμε στήσει στα κλαδιά σου.

Βλέπουμε τώρα τα άπιαστα παιδικά όνειρα να πραγματοποιούνται ένα – ένα, όχι χωρίς κόπο και ιδρώτα αλλά με υπομονή και σύνεση, σιγά σιγά και υπομονετικά, αλλά και γρήγορα ταυτόχρονα έχοντας πάντα πίστη στον ιερό σκοπό, την επιστροφή. Διαφορετική για τον καθένα μας αλλά τόσο κοινή.

Ναι επιστροφή, γιατί όλοι φεύγουμε από εκεί όταν γεννιόμαστε και φοράμε τον δερμάτινο χιτώνα του διωγμού!

Αυτός είναι ο Ιερός σκοπός μας, η επιστροφή, η επιστροφή με πλουσιότερες εμπειρίες και γνώσεις, να μπορέσουμε να μεταφέρουμε τον θησαυρό αυτών των γνώσεων στους νεότερους, στα παιδιά μας, στην συνέχεια μας, να αφήσουμε παρακαταθήκη για το μέλλον τους τα βότσαλα που πήραμε και εμείς από τους προγόνους μας, και αυτά που μαζέψαμε εμείς, και αυτά με την σειρά τους να ακολουθήσουν τον δρόμο της επιστροφής, λύνοντας τους γρίφους που βρίσκονται στον δρόμο καθώς προχωρούμε προς την έξοδο, αποφεύγοντας τις σειρήνες, μαζεύοντας τα βότσαλα του παρελθόντος.

Όλοι παιδευόμαστε και με τις δύο έννοιες της λέξης προκειμένου να λύσουμε τους γρίφους της ζωής, να κερδίσουμε το επιθυμητό, άλλοι περισσότερο άλλοι λιγότερο, μόνο ο Οδυσσέας κέρδισε αυτό που πραγματικά ήθελε και ήταν αυτός που παιδεύτηκε περισσότερο απ’ όλους! 

Αυτός ο αλήτης από την Ιθάκη πέρασε τα πάνδεινα, πέρασε τα πάντα, πέρασε τον κάβο των πειρασμών χωρίς να κερώσει τ’ αυτιά του δεμένος  σφιχτά  στο μεσιανό κατάρτι!

Και ήταν ο μόνος που και άκουσε τις σειρήνες και τις πέρασε!

Ήταν ο μόνος που έφτασε στην Ιθάκη!

Ακούγεσαι! Σ’ ακούω Δάσος, μ’ ακολουθείς παντού, μαζί με τις αναμνήσεις από το παρελθόν, οδηγώντας με στο μέλλον και δείχνοντας τον δρόμο της Αλήθειας.

Αλήθεια…! Μια λέξη με τόσο μεγάλη σημασία που ακόμη και ο Θεός ο ίδιος έστειλε τον Γιό του  να μας την διδάξει, και τι μάθαμε από αυτό; και τι κάναμε γι΄αυτό; Μήπως τελικά την κρύψαμε γιατί δεν μπορέσαμε να την αντέξουμε;

 Αλήθεια! πόση από αυτή μπορείς να αντέξεις σαν άνθρωπος;  Πόσοι δεν τρελάθηκαν, ή αυτοκτόνησαν στο όνομά της. Πόσοι δεν τυφλώθηκαν από το απόλυτο λευκό φώς της, γιατί τελικά δεν μπόρεσαν να αντέξουν το λίγο ή το πολύ παραπάνω από αυτό που ήδη γνώριζαν, αυτό το όριο που μας έχουν καθορίσει αυτοί που στο όνομά της ελέγχουν τον κόσμο των ανθρώπων!

‘Σταυρώσαμε’ Αυτόν που μας την δίδαξε παρόλο που έλεγε ότι είναι Υιός του Θεού!

Ουαί, ιερείς και φαρισαίοι! Γεμίσατε τον κόσμο ψέματα και υποκρισία! Σταυρώσατε τον Υιό του Θεού γιατί σας ξεσκέπασε!       

    Γύρισα τώρα πάλι στο δάσος, είκοσι χρόνια μετά, με άλλες ιδέες, περισσότερες γνώσεις αλλά και με ένα μυστικό θανάσιμο, τον φόβο.

 Το δέντρο όμως ήταν εκεί, όπως άλλοτε, είκοσι χρόνια μεγαλύτερο, το ίδιο ψηλότερο και επιβλητικότερο, δεν γνώριζε τον φόβο, δεν φοβόταν το σκοτάδι. Όμως κάτι είχε αλλάξει, το ένοιωθα, ανέβηκα ξανά, τα κλαδιά όμως λύγισαν από το βάρος του φόβου μου, ένοιωσα το δέντρο να κλαίει, όχι από πόνο αλλά από στεναχώρια και απελπισία. Άρχισα να κλαίω και εγώ μαζί του.

Άλλαξες, μεγάλωσες, άρχισες να φοβάσαι’ , μου είπε, ήταν κάτι που ήδη το γνώριζε, ήξερε τον προσωπικό μου δαίμονα.

Τόλμησε, κοίταξε τον φόβο σου κατάματα, απομυθοποίησε τον, ξεσκέπασέ τον, μην τον μορφοποιείς, έτσι τον γιγαντώνεις να στραφεί κατά πάνω σου.  Αντιμετώπισε  τον, πολέμησε τον.’

‘Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας… δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου’

Και ξαφνικά, πέρασαν από μπροστά μου τα χρόνια εκείνα που ζούσαμε κάθε στιγμή με πάθος κάνοντας όνειρα για το μέλλον, δεν μας ένοιαζε το παρόν, κοιτούσαμε πάντα μπροστά και ζούσαμε κάθε στιγμή σαν να ήταν η τελευταία, ήμασταν παιδιά.

Τώρα μεγαλώσαμε, χάσαμε την πίστη μας, φοβόμαστε να κοιτάξουμε μπροστά, φοβόμαστε να ονειρευτούμε, τότε τα μεγάλα όνειρα φάνταζαν όμορφα, επιτευχτά, τώρα φαντάζουν σαν χίμαιρες, σαν εφιάλτης.

Φοβόμαστε να ζήσουμε, φοβόμαστε να πιστέψουμε.

Πρέπει να το αλλάξουμε αυτό, πρέπει να μάθουμε να  ονειρευόμαστε και να επιδιώκουμε την επίτευξη τους, αυτό είναι η τροφή της ψυχής, το νόημα της ζωής, το επιθυμητό.

Πρέπει να έχουμε πίστη στον άνθρωπο που έχουμε φορεθεί, να μην αφήνουμε τα πράγματα να έρθουν όπως θέλουν κάποιοι άλλοι, αλλά όπως εμείς τα φέρουμε με τα χέρια μας έχοντας πίστη στον εαυτό μας και στην εντολή που μας δώθηκε από την απαρχή των αιώνων

 ‘Η Πίστη, αυτό σου λείπει.’, μου λέει ξυπνώντας με από τον λήθαργο,   

Πρέπει να πειθαρχήσεις στην πίστη σου, αφού προηγουμένως την ανακαλύψεις και την κατανοήσεις.’

     Άκου τις φωνές από το παρελθόν να σε καλούν να προχωρήσεις  στο μέλλον χαράζοντας το δρόμο με σημάδια που δεν φαίνονται από όλους, ζήσε την ημέρα σου σαν να είναι η τελευταία σου, να είναι η καλύτερη, δεν θα υπάρξει άλλη ίδια σαν αυτή, θα περάσει και πίσω δεν θα έρθει, μόνο θα μπει και αυτή στην εξέδρα του χρόνου και θα φωνάζει, θα σηματοδοτεί και αυτή και θα χαράζει ίχνη για το μέλλον, οδηγώντας αυτούς που μπορούν να δουν, αυτούς που μπορούν να ξεχωρίσουν την αλήθεια, τους εκλεκτούς. Να εύχεσαι να είσαι από αυτούς, μόνο που αυτό δεν στο χαρίζει κανείς, το κερδίζεις μέσα από τους αγώνες, λύνοντας γρίφους, νικώντας το παράδοξο.

Άκου τις φωνές που σου δείχνουν τον δρόμο,  ακολούθησέ τον,  γιατί είναι ο μόνος αληθινός,  ο δρόμος της αλήθειας και της αρετής, ο μόνος που θα σε οδηγήσει στην Ιθάκη, στην λύτρωση, στο επιθυμητό, μην ακολουθήσεις τον δρόμο του παράδοξου, τον δρόμο των σειρήνων.

 ‘Να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος για την Ιθάκη’, λέει ο ποιητής, να εύχεσαι να είναι γεμάτος γρίφους και μυστικά, αυτός είναι ο πλούτος της γνώσης, αυτό είναι το επιθυμητό, να λύνεις τους γρίφους φέρνοντας στο φως κάποιο νέο σημάδι, κάποιο νέο ίχνος του παρελθόντος για το μέλλον, φέρνοντας στο φως κάποιο νέο μυστικό, δείχνοντας σου όλο και πιο καθαρά, ότι δεν ζούμε το παρόν μας, ζούμε το παρελθόν μας, και παίρνουμε στο κατόπι το παρόν προσπαθώντας να πορευτούμε μαζί του.

Όσο για το μέλλον; υπάρχουν φορές που προχωράει μπροστά από εμάς κι άλλοτε πάλι, υπάρχουν φορές που μας κοιτάει ακολουθώντας μας πάνω στην γραμμή του χρόνου  που έχει χαραχθεί και πορευόμαστε…

Το μέλλον και το παρελθόν συμβαδίζουν, προχωρούν δίπλα δίπλα και άλλες φορές προσπερνά το ένα το άλλο, δεν ξέρεις ποτέ ποιό προηγείται, μόνο ζεις την ζωή σου ακολουθώντας την γραμμή του χρόνου, αδιαφορώντας για το παιχνίδι των υπηρετών του.

Μην αμελήσεις ποτέ την φωνή του παρελθόντος, μην αμφισβητήσεις ποτέ τα σημάδια του γιατί αυτό ξέρει, όσο και αν αμφιβάλεις είναι πιο μπροστά από εσένα, σε οδηγεί ακόμη και αν νομίζεις ότι το άφησες πίσω σου, δεν είναι πάντα το μέλλον μπροστά.

‘Κοίτα πίσω σου…

η ζωή συνεχίζεται, έρχονται παιδιά, όπως εσείς τότε, παιδιά με πίστη και ελπίδα, που γνωρίζουν την γλώσσα μου, που αναπνέουν τον αέρα μου, που ακούν την ανάσα μου…’

Την ανάσα του Δάσους!