Δανάη Δεληγεώργη: Πάνω στην χρυσή τομή του εγώ με το εμείς

Συνέντευξη στην Αριστέα Σταυροπούλου.

Ο πρόλογος που είχα γράψει για αυτήν τη συνέντευξη ήταν αρχικά διαφορετικός. Τελειώνοντάς τη, ζήτησα από τον σύζυγό μου να τη διαβάσει και το πρώτο που είπε ολοκληρώνοντας την ανάγνωση ήταν: «Πέρα από τις γνώσεις της, αυτή η κοπέλα πρέπει να είναι και πολύ καλός ως άνθρωπος. Φαίνεται ότι προσπαθεί να κάνει το καλύτερο και επιδιώκει το ίδιο και για τους άλλους».

Αυτή, λοιπόν, είναι η Δανάη Δεληγεώργη, μία ηλικιακά νέα επιστήμονας, που στοχεύει πρωτίστως στο να φέρνει στο φως τον αληθινό εαυτό ξεχωριστών ατόμων, να τους οδηγεί σε ισορροπία με αυτόν κι έπειτα να τους σπρώχνει όσο πιο ψηλά μπορούν και θέλουν να φτάσουν…

Την πρωτογνώρισα σε μία διάλεξη που είχε δώσει στο Δημοτικό Σχολείο όπου φοιτούν τα παιδιά μου. Εκεί άκουσα, μεταξύ άλλων ενδιαφερόντων στοιχείων, τη διάκριση μεταξύ εννοιών όπως «χάρισμα» και «ταλέντο». Γρήγορα κατάλαβα ότι η συγκεκριμένη ομιλήτρια διαθέτει κι από τα δύο –εξ ου και μιλούσα για εκείνη σε φίλους και γνωστούς για μία εβδομάδα μετά από την παρουσίαση. Έχει τις γνώσεις, τη σιγουριά και τον τρόπο να σε κάνει να κρέμεσαι από τα χείλη της για τη συνέχεια όσων λέει, καταφέρνοντας με απλά και άμεσα παραδείγματα, βουτηγμένα άλλοτε στη γαργαλιστική σκόνη τού χιούμορ κι άλλοτε στην αφοπλιστική άμμο τής ειλικρίνειας, να σου «περνά» επιστημονικούς όρους που, ίσως, ακούς και για πρώτη φορά.

«Θέλω να προσφέρω με κάποιον τρόπο ψυχοπαιδαγωγικά, ώστε να μη ζήσει καμία “Δανάη” ξανά ό,τι έζησα εγώ. Να εντοπίζω αυτά τα άτομα στις τάξεις τους και να τα βοηθώ να μην περάσουν όσα πέρασα»

Η Δανάη Δεληγεώργη σπούδασε στο Φ.Π.Ψ. (Φιλοσοφία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με κατεύθυνση Ψυχολογίας. Ως φοιτήτρια, μοίραζε τον χρόνο της μεταξύ των πανεπιστημιακών αιθουσών, των χώρων εργασίας της (από μικρή την ενδιέφερε να είναι ανεξάρτητη, αλλά και μέσα από την πράξη να ανακαλύψει τι θέλει να κάνει στη ζωή της) και των μπασκετικών παρκέ, καθώς ήταν μία επιτυχημένη επαγγελματίας αθλήτρια καλαθοσφαίρισης, με συμμετοχή στην Εθνική Ομάδα και άλλες διακρίσεις. Τότε βρέθηκε στον δρόμο της αυτό το «καταλυτικό» πρόσωπο που πολύ συχνά χρειάζεται να εμφανιστεί στη ζωή κάποιων ανθρώπων, ώστε να βρουν το «κάλεσμά» τους. Κι από εκεί ξεκίνησε το ταξίδι της στον κόσμο τής «χαρισματικότητας», με εξειδικευμένες σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και χιλιάδες ώρες συνεδρίας με χαρισματικά και ταλαντούχα παιδιά. Με το ένα πόδι της, παραμένει εκεί ακόμα και σήμερα, με άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, συνεργασίες με σημαντικούς Οργανισμούς, συμμετοχές σε συνέδρια και άλλες δράσεις. Όμως ο «μαγνήτης» τής πατρίδας αποδείχτηκε πολύ ισχυρός…

Το 2018 δημιούργησε στην Αθήνα το Κέντρο Ανάπτυξης Νόησης Φ, όπου είναι επιστημονικά υπεύθυνη και όπου, μαζί με μία ομάδα νηπιαγωγών και θεατροπαιδαγωγών, αναλαμβάνει παιδιά και εφήβους έως και 17 ετών, σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο. Στον μοντέρνο, φρέσκο και μινιμαλιστικό χώρο του Κέντρου, κάθε ηλικιακή ομάδα έχει τη δική της εναρκτήρια αίθουσα ή γωνιά, αλλά μετά όλες οι ηλικίες περνούν από διαφορετικά σημεία και επικοινωνούν ποικιλοτρόπως. Εκεί κάποιος μπορεί να βρει –εκτός από κάθε μέρα διαφορετικά συνθήματα και ζωγραφιές στους τοίχους!– ειδικά προγράμματα εκπαίδευσης χαρισματικότητας και ανάπτυξης ταλέντου (από μαθηματικά και ζωγραφική έως μουσική και φωνητική), αλλά και συμβουλευτική γονέων και life coaching για ενήλικες. Αντίστοιχα προγράμματα πραγματοποιούνται από την ίδια και τους συνεργάτες της επίσης στη Θεσσαλονίκη, την Κομοτηνή, σύντομα στο Ηράκλειο Κρήτης και στην Πάτρα. Παράλληλα, δίνει διαλέξεις σχετικά με τη χαρισματικότητα οπουδήποτε την καλούν, εντός κι εκτός Ελλάδας. Για αυτό και είναι συνέχεια με μία βαλίτσα στο χέρι, αλλά και με ένα άσβεστο πάθος μέσα της, για να δείχνει τον «χαρισματικό» δρόμο ολοένα και σε περισσότερους ανθρώπους, κάνοντάς τους να περάσουν από το εγώ στο εμείς, από την αδράνεια στο κάτι, από το τίποτα στην εξέλιξη.

ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ… ΛΙΣΤΑ

Από το βιογραφικό της, ήδη γνώριζα ότι έφυγε από την Ελλάδα το 2008, πηγαίνοντας στην Αμερική για συνέχιση των σπουδών της και έχοντας ήδη επιλέξει ως αντικείμενο μελέτης και εκπαίδευσης τη «χαρισματικότητα» –κάτι που στην Ελλάδα δεν είναι ούτε διαδεδομένο ούτε καν πολύ γνωστό. Ξεκινώ την κουβέντα μας ρωτώντας την πώς προέκυψε κάτι τέτοιο.

« Ήμουν στο 3ο έτος των σπουδών όταν μία καθηγήτριά μου, η κ. Χρύσα Παπακώστα, άρχισε να με ρωτά σχετικά με την πρακτική που έπρεπε να κάνω στο 4ο έτος. Σταδιακά η ερώτηση έγινε πιο συγκεκριμένη: τι μπορώ να κάνω που να προσαρμόζεται και να συμβαδίζει στο φορτωμένο πρόγραμμα που είχα ως αθλήτρια. Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης και γνωρίζοντάς με περισσότερο, η συγκεκριμένη καθηγήτρια θέλησε να μάθει τι ήθελα να κάνω αφού έπαιρνα το πτυχίο μου, ποιος ήταν ο στόχος μου. Της είπα ότι θα ήθελα να προσφέρω με κάποιον τρόπο ψυχοπαιδαγωγικά, ώστε να μη ζήσει καμία «Δανάη» ξανά ό,τι έζησα εγώ. Να εντοπίζω αυτά τα άτομα στις τάξεις τους και να τα βοηθώ να μην περάσουν όσα πέρασα. Φυσικά, η καθηγήτρια θέλησε να μάθει τι είχα περάσει. Μετά από την πρώτη διστακτική δική μου αντίδραση, δέχτηκα να το αναλύσουμε πίνοντας καφέ. Η εν λόγω συνάντηση έγινε στο σπίτι της –πρώτο παράξενο, διότι δεν συμβαίνει συχνά ένας καθηγητής να καλεί στο σπίτι του τους φοιτητές του. Με υποδέχτηκε κρατώντας μία γραμμένη λίστα με διάφορα χαρακτηριστικά, κρύβοντας όμως με μία λευκή χάρτινη λωρίδα τον τίτλο που ήταν από πάνω τους. Μου ζήτησε να τα διαβάσω. Και τότε ήρθε το μεγαλύτερο παράξενο: αυτά που διάβαζα στη λίστα ήταν λες και κάποιος περιέγραφε εμένα και μάλιστα με τρόπο αποκαλυπτικό, αλλά και ακριβή. Τρομοκρατήθηκα και απόρησα! Εκείνη, ήρεμη, μου ζήτησε να τραβήξω το χαρτί που έκρυβε τον τίτλο στο πάνω μέρος τής σελίδας: “Χαρακτηριστικά χαρισματικών και ταλαντούχων ανθρώπων”».

Κατάλαβες τότε αμέσως περί τίνος επρόκειτο;

Επειδή, ιδίως στην Ελλάδα, δεν γνωρίζαμε και δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει χαρισματικότητα, από τη μία ανέκαθεν ντρεπόμουν να μοιραστώ αυτά τα χαρακτηριστικά τού εαυτού μου με κάποιον κι από την άλλη, εκείνη τη στιγμή, πίστεψα ότι όλα αυτά μου επιβεβαίωναν ότι έχω κάποιο πρόβλημα, κάποια πάθηση! Μάλιστα θυμάμαι ότι ρώτησα την καθηγήτρια «Είμαι τρελή;» κι άρχισα να κλαίω. Μου εξήγησε ότι είναι κάτι καλό, ότι «το έχουν οι Δανάες που θες να βρίσκεις στις τάξεις» κι ότι, αν πραγματικά ήθελα να βοηθήσω τέτοια παιδιά, μου πρότεινε να σπουδάσω Gifted Education, Cognitive, Social and Emotional Support, στην Αμερική. Και κάπως έτσι βρέθηκα στο Σικάγο μερικούς μήνες αργότερα.

Είναι σπουδαίο που ο συγκεκριμένος άνθρωπος εστίασε την προσοχή του σε σένα και κατάλαβε τι είχες μέσα σου, έτσι δεν είναι;

Τότε μου είχε εξηγήσει ότι όλο αυτό δεν το έκανε για μένα, αλλά για τον εαυτό της, διότι είχε ήδη χάσει δύο σπουδαστές της με αντίστοιχα χαρακτηριστικά και δεν είχε σκοπό να χάσει και τρίτο. Και μου παρέθεσε τον όρο «Me-search is Research», κάνοντάς με να αντιληφθώ πόσο σημαντικό ήταν πρώτα να καταλάβω εμένα και να με αποδεχθώ, ώστε να μην υποφέρω, αλλά να είμαι υγιής μέσα σε αυτήν τη συνθήκη και να μπορώ μετά να βοηθήσω άλλους.

«Όσο πιο ταλαντούχος γίνεται κάποιος σε ορισμένο τομέα, τόσο πιο πολύ αποκλίνει από τη μάζα και αποτελεί μειονότητα. Κι εκεί χρειάζεται η υποστήριξη»

ΟΜΟΙΟΣ ΟΜΟΙΩ ΑΕΙ ΠΕΛΑΖΕΙ

Για να αναγνωρίσεις, να συμβουλέψεις και να καθοδηγήσεις έναν χαρισματικό άνθρωπο, λοιπόν, πρέπει να είσαι και ο ίδιος χαρισματικός;

Σε έναν βαθμό ισχύει αυτό. Μπαίνοντας στην ψυχολογική διάσταση, ως ψυχολόγος, παιδαγωγός, coach, δεν έχει σημασία ως τι, συνήθως αυτούς που μπορείς να βοηθήσεις περισσότερο, είναι αυτούς που καταλαβαίνεις περισσότερο. Για παράδειγμα, αν είσαι πρώην αλκοολικός, μπορείς να βοηθήσεις πιο ουσιαστικά έναν αλκοολικό, διότι μπορείς να μπεις σχεδόν απόλυτα στη θέση του. Το ίδιο συμβαίνει με τη χαρισματικότητα. Ωστόσο, ένας άνθρωπος, ανεξαρτήτως του αν είναι χαρισματικός ή όχι, οφείλει να αποδέχεται, να σέβεται και, στον βαθμό που μπορεί, να στηρίζει τους χαρισματικούς.

Αυτό ισχύει με οτιδήποτε. Όταν, όμως, μπαίνει καθαρά και το κομμάτι της εκπαίδευσης, άρα πρέπει να διδάξεις και να καθοδηγήσεις ανθρώπους, τότε δεν πρόκειται απλά για μία κοινωνική συνθήκη που είναι απαραίτητο να υπάρχει ώστε να ζούμε όλοι με αξιοπρέπεια και σεβασμό. Για αυτό επιμένω, τι χρειάζεται στην περίπτωση της χαρισματικότητας;

Πράγματι, με το να είσαι χαρισματικός και να είσαι στον τομέα τής χαρισματικότητας για να καθοδηγήσεις, είναι πολύ πιθανό να έχεις πιο ουσιαστικά αποτελέσματα. Αν δεν είσαι χαρισματικός, αλλά ξέρεις τα βασικά στοιχεία και ξέρεις τι να κάνεις χωρίς να το έχεις βιώσει ο ίδιος, πάλι θα έχεις αποτελέσματα. Όπως μπορεί να είσαι χαρισματικός, να μην έχεις όμως εκπαιδευτεί για τη χαρισματικότητα και τελικά να «κάψεις» ένα χαρισματικό άτομο, διότι κρίνεις μόνο εξ ιδίων. Το μηδέν ή το χίλια δεν είναι απαραίτητο ούτε στη μία ούτε στην άλλη συνθήκη. Δυστυχώς, στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή, μαζί με τον βασιλικό, ποτίζεται και η γλάστρα και τα φυτάκια που βγαίνουν είναι ποικίλα. Διότι υπάρχουν άνθρωποι όπως εσύ, που άκουσες τη διάλεξη και είπες «για να μάθω περισσότερο και να προμοτάρω τους ειδικούς και την προσπάθεια», και υπάρχουν κι εκείνοι που λένε: «Άκουσα μία διάλεξη, ξέρω τι να κάνω με τη χαρισματικότητα».

Αυτή είναι και μία νοοτροπία ημιμάθειας.

Ακριβώς αυτό. Άρα το ότι είσαι χαρισματικός κι απλά έμαθες για τη χαρισματικότητα, χωρίς να εκπαιδευτείς πάνω σε αυτήν μπορεί να είναι και καταστροφικό. Πιο αποτελεσματικός μπορεί να είναι κάποιος που εκπαιδεύτηκε για τη χαρισματικότητα και δεν είναι χαρισματικός.

Αυτό που λες μου θυμίζει ένα από τα πράγματα που συγκράτησα ακούγοντας την ομιλία σου. Τη διαφορά μεταξύ χαρίσματος και ταλέντου, δηλαδή μεταξύ αυτού που σου έχει δοθεί εκ φύσεως και αυτού που αποκτάς δουλεύοντας πάνω σε αυτό.

Ας δούμε τι μπορεί να είναι χάρισμα και τι ταλέντο. Κάποιος έχει διανοητικά χαρίσματα από τη στόφα του, για παράδειγμα επιχειρηματολογεί εύκολα, είναι ετοιμόλογος, ακριβολογεί, έχει δυνατή μνήμη, παρατηρητικότητα και κριτική σκέψη και έντονη μεταγνωστική εμπειρία. Αν αυτά τα επενδύσει ακαδημαϊκά, θα έχει πολύ πλούσιο λεξιλόγιο, θα μπορεί να μάθει πολλές γλώσσες, να κάνει δυνατές εκθέσεις και να αφιερωθεί στην έρευνα και σε κλασικές μελέτες. Ο ακαδημαϊσμός είναι ταλέντο, δηλαδή κάποιος «τσίμπησε» αυτά τα χαρίσματα, τα απολαμβάνει και εκπαιδεύτηκε πάνω σε αυτά. Δεν μπορείς να είσαι ακαδημαϊκός από τη φύση σου. Άλλο παράδειγμα. Μπορεί να έχεις κοινωνικές ικανότητες από τη στόφα σου, δηλαδή αντίληψη ενέργειας των συνανθρώπων σου, εύκολη και αποτελεσματική επικοινωνία, ενσυναίσθηση, τακτ, επιρροή, αρχηγικές τάσεις και πειθώ. Αν σε αυτό επενδύσεις, ακαδημαϊκά μπορείς να συμμετέχεις ή να οργανώνεις κοινωνικές δράσεις, να μπεις στα Μ.Μ.Ε., να αφιερωθείς στη δημόσια προσφορά. Φυσικά υπάρχουν άνθρωποι που έχουν και διανοητικά και κοινωνικά χαρίσματα. Στην Ελλάδα μπερδεύουμε πάρα πολύ τον ακαδημαϊσμό με τη χαρισματικότητα. Δηλαδή όταν πάμε να αναγνωρίσουμε ένα παιδί ως χαρισματικό, λέμε «είναι ακαδημαϊκό;», έχει αυτά που αναφέραμε προηγουμένως -«λεξιλόγιο, έρευνα, κλασικές μελέτες»; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε συμπεραίνουμε ότι δεν είναι και χαρισματικό. Είναι λάθος αυτή η κρίση.

Πώς, όμως, αυτό μπορεί να λειτουργεί σε παιδιά; Δεν γίνεται, λοιπόν, στη μικρή ηλικία να έχει το ταλέντο, σωστά;

Εννοείται πως όχι, για αυτό και πρέπει να κοιτάμε τα χαρίσματα. Το παιδί δεν οφείλει να έχει ταλέντο. Για αυτό μπερδεύονται οι περισσότεροι, πάνε να παρατηρήσουν συμπτωματολογία ταλέντου σε μικρές ηλικίες. Φυσικά και δεν υπάρχει, πότε να προλάβει να αναπτυχθεί; Το δεύτερο είναι ότι αυτοί που θέλουν το παιδί σου να έχει αυτά τα συμπτώματα, είναι εύκολο να επενδύσουν στο ταλέντο. Αν πάρω ένα παιδάκι και του διδάξω πώς να κάνει έρευνα, ασχέτως αν είναι καλός στην έρευνα ή όχι, ασχέτως δηλαδή αν έχει υψηλές διανοητικές ικανότητες, έναν μπούσουλα μπορεί να τον πάρει και να προχωρήσει. Άρα πάει αυτό το παιδάκι στο σχολείο και ξέρει να κάνει έρευνα. Και; Δεν σημαίνει ούτε ότι είναι καλό σε αυτό ούτε ότι αυτό είναι το πραγματικό του «κάλεσμα». Λέει ο εκπαιδευτικός ότι είναι χαρισματικό παιδί, το φέρνουν στο γραφείο μου, εξηγώ ότι είναι ταλαντούχο και πολύ δουλεμένο παιδί, αλλά όχι χαρισματικό. Και τότε πρέπει να εξηγήσω τη διαφορά στους γονείς. Αν κάτσουν να ακούσουν…

Γιατί απογοητεύεται σε αυτήν την περίπτωση ο γονέας; Από τα λεγόμενά σου, αντιλαμβάνομαι ότι δεν του αρέσει αυτό που του λες.

Ανοίγεις μεγάλο κεφάλαιο. Απογοητεύεται διότι θεωρεί ότι δεν θα πετύχει το παιδί στη ζωή του. Οι γονείς θέλουν να εξασφαλίσουν ότι τα παιδιά τους θα είναι ευτυχισμένα και ανεξάρτητα, άρα προσπαθούν να μπουν στη διαδικασία να καταλάβουν όσο πιο νωρίς γίνεται ότι αυτό το παιδί θα τα καταφέρει. Για να μην αγωνιούν οι ίδιοι. Είτε είναι χαρισματικό είτε δεν είναι είτε είναι τυπικός πληθυσμός είτε δεν είναι είτε γίνει ταλαντούχο είτε δεν γίνει, αυτό που ονομάζεις «θα πετύχει στη ζωή του» είναι μια αφηρημένη έννοια. Τι σημαίνει «θα πετύχει;». Άλλωστε, ούτε όταν είναι χαρισματικό, είναι βέβαιο ότι θα πετύχει και θα είναι ευτυχισμένο. Άρα πάλι από παρεξήγηση αυτοί οι άνθρωποι απογοητεύονται. Οπότε πρέπει να λύσουμε την παρεξήγηση.

«Οι γονείς προσπαθούν να καταλάβουν όσο πιο νωρίς γίνεται αν το παιδί τους θα τα καταφέρει. Όμως αυτό που ονομάζουμε “θα πετύχει στη ζωή του” είναι μια αφηρημένη έννοια. Ούτε ένας χαρισματικός είναι βέβαιο ότι θα πετύχει και θα είναι ευτυχισμένος. Άρα από παρεξήγηση απογοητεύονται πολλοί άνθρωποι»

ΤΟ «ΠΟΛΥΠΡΑΓΜΟΝ» Φ

Για την ονομασία του Κέντρου Ανάπτυξης Νόησης, η Δανάη μιλάει (και σχεδιάζει…) με περηφάνια και ενθουσιασμό, διότι μέσα του αυτό το Φ που υπάρχει στον τίτλο κρύβει μία ολόκληρη φιλοσοφία.

«Πρώτα είναι ένας φόρος τιμής στον Φειδία! Βασικά, όμως, το γράμμα Φ είναι ο συμβολισμός τής χρυσής τομής, η οποία αποτελεί την τέλεια ισορροπία μεταξύ αισθητικής και επιστημονικής σκέψης, είναι ο συγκερασμός τού φαίνεσθαι και του είναι. Η πρώτη συνθήκη για την οποία μιλήσαμε είναι το εγώ και το όλο. Η δεύτερη συνθήκη είναι η προσωπική εξέλιξη, δηλαδή το μηδέν σου να το κάνεις κάτι. Το κέντρο, λοιπόν, είναι η αγκαλιά κι εσύ αυτό που χρειάζεται να κάνεις είναι να φέρεις το εγώ ή το κάτι σου για να ολοκληρωθεί το Φ, να βρεις δηλαδή την ισορροπία που θα σε οδηγήσει σε διαρκή άνοδο».

Έρχεται στο Κέντρο, με τους γονείς του, ένα παιδί που τελικά εσύ αξιολογείς ως μη χαρισματικό. Μπορεί να συνεχίσει να έρχεται αυτό το παιδί για καθοδήγηση και εκπαίδευση ή εδώ μιλάμε μόνο για χαρισματικότητα;

Τα προγράμματα εκπαίδευσης χαρισματικότητας αφορούν αποκλειστικά σε αυτό. Τα άλλα προγράμματα αφορούν παιδιά και ενήλικες από τυπικό πληθυσμό και άνω. Υπάρχει, για παράδειγμα, συμβουλευτική γονέων και life coaching. Άλλωστε και οι ταλαντούχοι άνθρωποι –όχι μόνο οι χαρισματικοί– έχουν ιδιαιτερότητα και χρήζουν διαφορετικού χειρισμού και υποστήριξης. Άρα είναι σημαντικό να έρχονται σε επαφή με ανθρώπους που είναι αντίστοιχα ταλαντούχοι, ιδίως αν πρόκειται για ταλέντα όχι πολύ διαδεδομένα. Και όσο πιο ταλαντούχος γίνεται κάποιος σε ορισμένο τομέα, τόσο πιο πολύ αποκλίνει από τη μάζα και αποτελεί μειονότητα. Στο τέλος χαρισματικοί και ταλαντούχοι ενώνονται σε ομάδες, όπου επικοινωνούν καλύτερα.  

Άρα ένας στόχος του Κέντρου είναι να εντοπίζει αυτές τις μειονότητες και να τις ενώνει;

Ο στόχος είναι να καλύπτει τις συναισθηματικές και κοινωνικές τους ανάγκες.

«Το κέντρο Φ είναι μία αγκαλιά κι αυτό που χρειάζεται να κάνει όποιος έρχεται εδώ είναι να φέρει το εγώ ή το κάτι του για να βρει την ισορροπία που θα τον οδηγήσει σε διαρκή άνοδο»

Διαβάζω ότι η δική σας προσέγγιση είναι ανθρωποκεντρική και έχει να κάνει τόσο με την κοινωνική όσο με τη συναισθηματική και τη γνωστική υποστήριξη. Θέλω να μου εξηγήσεις λίγο το καθένα από αυτά, τη διαφορά και τη σημασία τους.

Αριστοτελικά, ο άνθρωπος είναι κοινωνικό και τεμπέλικο ον. Η πρώτη συνθήκη για να είσαι κοινωνικός είναι να ξέρεις ποιος είσαι, άρα να μπορείς να αναγνωρίζεις τις αισθήσεις σου, τι σου δίνουν, τι συναισθήματα σου προκαλούν και γιατί και αυτό πώς το εκφράζεις με μία συμπεριφορά. Όλο αυτό είναι το συναισθηματικό κομμάτι. Η συμπεριφορά μας είναι το δέρμα τής ψυχής. Ό,τι είμαι εγώ βρίσκεται μέσα από το δέρμα μου, μετά από αυτό ξεκινά το άπειρο. Άρα ό,τι μπορώ πραγματικά να ελέγξω και μπορώ να έχω εμπειρία αυτού είναι ό,τι συμβαίνει μέσα από το δέρμα μου. Η συμπεριφορά μου είναι αυτό που βλέπεις, άρα το δέρμα μου. Βλέπεις αυτά που κάνω, αλλά όχι το συναίσθημά μου, το αίσθημά μου και την ένταση που βιώνω κάτι.

Η ψυχολογία δεν είναι μία επιστήμη που προσπαθεί να δει πίσω από τη συμπεριφορά;

Η ψυχολογία αυτό που κάνει είναι να συγκεντρώνει συμπεριφορές, να τις πατεντάρει κι από εκεί και πέρα να ξέρει ότι, αν κάποιος κάνει το Α, το πιο πιθανό είναι να επεξεργάζεται με τον τάδε τρόπο τα πράγματα –αυτό είναι το συναίσθημα- άρα του προκαλείται από αυτό το αίσθημα. Υποθέτει μόνο, όπως ένας γιατρός βλέπει το δέρμα κάποιου και λέει ότι μάλλον έχει αναιμία, αλλά δεν μπορεί με σιγουριά να δει την αναιμία.

Άρα για να επιτελέσει κάποιος το κοινωνικό του μέρος, πρέπει να αναγνωρίσει αισθήματα, εντάσεις και ποιότητες μέσα του, να τα επεξεργαστεί και να τα ονομάσει μετατρέποντάς τα σε συναισθήματα και τέλος να τα αποδώσει με την αρμόζουσα συμπεριφορά, για να δείξει ποιος πραγματικά είναι. Τότε θα μιλάμε αυθεντικά για μέρος τής κοινωνίας. Αυτή είναι η συναισθηματική υποστήριξη που φέρνουμε και συνεπάγεται: «γνώρισε τον εαυτό σου».

Κοινωνική υποστήριξη: πώς μπορείς να είσαι αυτός που είσαι σε μία κοινωνία, προσφέροντας σε αυτήν; Και ειδικά στην περίπτωση της χαρισματικότητας, τι να το κάνεις το χάρισμα αν δεν μπορείς να το δώσεις προς τα έξω; Για να το κάνει αυτό, πρέπει να βολιδοσκοπήσει τι είναι αυτό που λέμε «σύστημα», να αναγνωρίσει πώς μπορεί να μπει στην κοινωνία, να γίνει ένα με αυτήν, αλλά να μην αφομοιωθεί από αυτή. Να μπορεί να στέκεται απέναντι και να ξέρει πότε να ακολουθεί το ρεύμα και πότε να είναι δίπλα, αλλά όχι μέσα. Κι αυτό πάντα διατηρώντας το ποιος είναι, ως ένα μέσα στην ομάδα.

Κάνοντας μία μικρή παρένθεση στην ανάλυση των τριών αξόνων, αντιλαμβάνομαι ότι αυτή η ανάγκη διατήρησης της ταυτότητας μέσα στην κοινωνία αποτελεί μία μεγάλη δυσκολία για τους χαρισματικούς ανθρώπους.

Αυτό συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους.

Ναι, αλλά φαντάζομαι ότι αφού μιλάμε για μη τυπικό πληθυσμό, τα χαρακτηριστικά αυτά θα γιγαντώνονται.

Όντως γίνονται πιο έντονα, αλλά αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες με τον τυπικό πληθυσμό, απλώς σε πιο έντονο βαθμό. Ας το δούμε με το παράδειγμα του Προκρούστη. Κάποιος του οποίου τα δάχτυλα ξεχωρίζουν λίγο από το κρεβάτι και κάποιος που ξεχωρίζει από τα γόνατα και κάτω, άρα είναι πολύ ψηλότερος, δηλαδή στην περίπτωσή μας πολύ χαρισματικός, ακρωτηριασμό θα βιώσει ως εμπειρία. Το σύστημα δίνει το κρεβατάκι τού Προκρούστη σε όλους. Είτε ξεχωρίζεις είτε είσαι πιο κοντός από αυτό, η προσπάθεια είναι να προσαρμοστείς και η ανάγκη για να γίνει αυτό έχει τον ίδιο κώδικα. Αν θα προσαρμοστείς λίγο ή πάρα πολύ και με ποια τεχνική θα το κάνεις είναι προσωπικό θέμα τού καθενός. Δεν αντιλέγω ότι μπορεί να είναι πιο απαιτητικό για τους χαρισματικούς, αλλά από την άλλη μπορεί για έναν χαρισματικό να είναι και πιο εύκολο. Καλό είναι να μη δίνουμε χαρακτηριστικά βάζοντας ταμπέλες και θεωρώντας ότι η ίδια συνθήκη λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο για όλους που ανήκουν σε μία ομάδα.

«Το σύστημα δίνει το κρεβατάκι τού Προκρούστη σε όλους. Είτε ξεχωρίζεις είτε είσαι πιο κοντός από αυτό, η προσπάθεια είναι να προσαρμοστείς και η ανάγκη για να γίνει αυτό έχει τον ίδιο κώδικα. Αν θα προσαρμοστείς λίγο ή πάρα πολύ και με ποια τεχνική θα το κάνεις είναι προσωπικό θέμα τού καθενός»

Ας επιστρέψουμε στους άξονες «συναισθηματική – κοινωνική – γνωστική στήριξη».

Αφού, λοιπόν, βρεις ποιος είσαι και πώς θα σταθείς έτσι όπως είσαι στην κοινωνία, έρχεται η σειρά τού ταλέντου. Πού θα επενδύσεις τον χρόνο σου; Το αντικείμενο που ονομάζεται ταλέντο υποτίθεται ότι το μελετούν και το στηρίζουν τα σχολεία και τα φροντιστήρια. Στη δική μας φιλοσοφία, όμως, το ταλέντο είναι σαφώς σημαντικό, αλλά δεν αποτελεί την προτεραιότητα σε έναν άνθρωπο που δεν ξέρει ποιος είναι και πώς να κοινωνικοποιηθεί ουσιαστικά. Τι να το κάνει από μόνο του το ταλέντο; Τι να το κάνω αν έχεις μάθει –καλή ώρα- να είσαι δημοσιογράφος κι από μικρή ηλικία μάλιστα, αλλά δεν μπορείς να ελέγξεις τα δικά σου συναισθήματα, δεν μπορείς να προσαρμοστείς στην κοινωνία και τελικά χρησιμοποιείς το ταλέντο σου για «κίτρινο Τύπο», το χρησιμοποιείς για να καταστρέψεις κι όχι για να ανορθώσεις. Ε, τότε δεν σε θέλω όσο χαρισματικός κι αν είσαι.

Άρα η εκπαίδευση που παρέχετε στο Κέντρο Φ γίνεται με αυτή τη σειρά με την οποία τα ανέλυσες; Έτσι τα δουλεύετε;

Ναι, 1-2-3. Πρώτα σε αναγνωρίζεις, μετά μαθαίνεις πώς να είσαι μέσα στην ομάδα και τελευταίο έρχεται το γνωστικό. Έτσι είναι δομημένο και το κάθε μάθημα. Πρώτα μαθαίνουν κάτι καινούργιο για μία αρετή και την κάνουν με αυτοσχεδιασμούς βιωματική. Έπειτα μαθαίνουν μία συνήθεια του μυαλού, για να καταλαβαίνουν πώς λειτουργεί ο νους πάνω σε αυτήν την αρετή, έχοντας το συναίσθημα που σου προκαλεί και πώς το αποδίδεις –εκεί μπαίνει η συμπεριφορά, όταν ενώνονται αυτά τα δύο. Και στο τέλος αφήνουμε χρόνο για να επεξεργαστούν με την καινούργια συνθήκη την έρευνα που έχουν επιλέξει να κάνουν.

Αυτό ισχύει και για παιδιά και για ενήλικες;

Προς το παρόν έχουμε προγράμματα εκπαίδευσης χαρισματικότητας μόνο για παιδιά και εφήβους. Όταν όμως εφαρμοστεί και σε ενήλικες, κάπως έτσι θα λειτουργεί, αλλά φυσικά σε άλλες δομές, διότι στον ενήλικα πρέπει πρώτα να αποδομήσεις και μετά να δομήσεις. Στα μικρά παιδάκια που έρχονται, κατευθείαν δημιουργείς. Όσο πιο μεγάλα είναι τα παιδιά, τόσο πιο περίπλοκη γίνεται η συνθήκη, χρειάζεται άλλη διαδικασία ψυχοπαιδαγωγικής προσέγγισης.

Πώς εντοπίζετε τους χαρισματικούς ως Κέντρο; Μόνο περιμένετε να έρθουν σε εσάς ή παράλληλα έχετε κάποιον μηχανισμό με τον οποίο προσπαθείτε να βρίσκετε χαρισματικούς ανθρώπους;

Προσπαθούμε να τους βρίσκουμε για να μη μείνουν μόνοι τους! Πρώτα από όλα, υπάρχουμε κι αυτό είναι σημαντικό. Προσπαθούμε να γνωστοποιήσουμε από τη μία ότι υπάρχουμε εμείς κι από την άλλη ότι υπάρχετε κι εσείς, οι χαρισματικοί, εκεί έξω και δεν το ξέρετε. Αυτό γίνεται με διαλέξεις που δίνονται, με συνεντεύξεις που ενδιαφέρονται για την ουσία και με κάποιες συνεργασίες με μεγάλους Οργανισμούς ανά την Ελλάδα. Από εκεί και πέρα φροντίζουμε να έχουμε ποιότητα σε αυτό που κάνουμε δείχνοντας εμπιστοσύνη στον μηχανισμό που λέγεται «από στόμα σε στόμα». Διότι ο άνθρωπος που σε βρήκε και είδε αποτελέσματα, δεν θα σε διαφημίσει απλώς, θα απαιτήσει ο φίλος του να έρθει σε εσένα και να είναι καλά. 

Επικοινωνούν μαζί σας Φορείς ή εκπαιδευτικοί που σας λένε «Έχουμε έναν μαθητή που πιστεύουμε ότι είναι χαρισματικός, θέλουμε να τον δεις, διότι εμείς δεν έχουμε την γνώση για αυτό»;

Συνήθως στέλνουν τους γονείς κι αυτό κυρίως από δημόσια σχολεία. Στον ιδιωτικό τομέα, συνήθως μας καλούν να δούμε ολόκληρο τον πληθυσμό ενός σχολείου ή και να εκπαιδεύσουμε τους διδάσκοντες.

Άρα κάνετε και εκπαίδευση «train the trainer» για την αναγνώριση και τη διαχείριση της χαρισματικότητας;

Δυστυχώς, ακόμα δεν έχει βρεθεί εκπαιδευτικός φορέας στην Ελλάδα που να ζήτησε να κάνουμε ακριβώς αυτό. Υπήρξε ένα σχολείο που μας κάλεσε, μιλήσαμε για τη χαρισματικότητα και φιλτράραμε τους μαθητές και, μόλις φτάσαμε στο στάδιο του να αποφασίσουμε πώς προχωράμε, είπαν «εντάξει, ξέρουμε τι να κάνουμε τώρα». Δεν ξέρουν όμως στην πραγματικότητα… Για αυτό κι εγώ αποσύρθηκα και δεν ήθελα να έχει σχέση το όνομά μου με ό,τι έγινε στη συνέχεια, διότι προστατεύω και το κύρος που έχω χτίσει.

«Θεωρώ ότι, αν κάποιος έχει γνώση, δεν μπορεί να κοροϊδεύει τον άλλον που δεν ξέρει και προσπαθεί να κάνει κάτι. Ας πάει εκεί ο γνώστης, να πράξει και να δείξει και στους άλλους το πώς!»

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΟΥ… ΗΛΙΟΥ

Μιλάμε για το τι ισχύει στην Ελλάδα σε κρατικό επίπεδο, πανεπιστημιακό ή άλλο, όσον αφορά στη χαρισματικότητα. Μου εξηγεί ότι το μόνο που ξέρει να υπάρχει είναι ένας νόμος που ψηφίστηκε γύρω στο 2010 και δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ. Ένα ΦΕΚ που μιλά για «πληθυσμό χαρισματικών ατόμων στο μαθητικό σύνολο» και μέχρι εκεί.

Είναι μεγάλο θέμα το τι γίνεται μέσα στα σχολεία. Αρκετοί γονείς και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί λένε ότι δεν έχουν τις γνώσεις και, τις περισσότερες φορές, παρερμηνεύουν το διαφορετικό και, συχνά, το απομονώνουν. Τι λες για αυτό;

Είναι σαν να μην ξέρει κάποιος τι είναι άσθμα και να ακούει κάποιον να βήχει. Πιο πιθανό είναι να τον βγάλει φυματικό αν ξέρει μόνο αυτό, διότι θα ερμηνεύσει τα συμπτώματα που παρατηρεί με βάση τη γνώση που διαθέτει.

Αυτό το μεγάλο κενό ήταν ένας λόγος που σε έκανε να επιστρέψεις στην Ελλάδα και να μη μείνεις στην Αμερική, όπου σαφώς είναι πιο προχωρημένα τα πράγματα στον τομέα σου; Είχες το όραμα να κινηθούμε και στην πατρίδα;

Ακριβώς αυτό! Και θα σας εξηγήσω όλο το σκεπτικό μου. Όταν ήμουν στην Αμερική, έφτασα κάποια στιγμή στο σημείο τής «πράσινης κάρτας», όπου έπρεπε να αποφασίσω τι θα κάνω. Ήμουν καλά φτιαγμένη, με τη δουλειά και το κοινωνικό μου πλαίσιο όπως τα ήθελα. Τότε χάρηκα και σοκαρίστηκα ταυτόχρονα. Τα ελληνικά μου ήταν ήδη σε κακή κατάσταση. Όλη την ορολογία για το αντικείμενό μου το ήξερα στην αγγλική, στην αγορά εργασίας βγήκα στα Αγγλικά, το σύστημα που ήξερα για τα πρακτικά ζητήματα, όπως το να πληρώσεις το ρεύμα σου, ήταν όλα στα Αγγλικά. Επιπλέον, είχα γεννηθεί στην Ελλάδα, αλλά δεν είχα αναπτυχθεί εδώ κι αυτό μου είχε δώσει την αμερικανική κουλτούρα, τον τρόπο επικοινωνίας, ακόμα και το χιούμορ. Με την οικονομική κρίση, όλοι μου έλεγαν μην τυχόν και επιστρέψω κι εγώ, έχοντας τέτοια μηνύματα, έτρεμα στην ιδέα. Συν το ότι χρειαζόταν να αποκτήσω την πρακτική εμπειρία για αυτό που σπούδασα, όποτε αναγκαστικά έμενα στην Αμερική, όπου δίδαξα από νήπια 3 ετών έως και 17-18 ετών, για να έχω ασχοληθεί με όλο το φάσμα ως αναπτυξιολόγος.

Έμενα όμως στην άλλη άκρη του Ατλαντικού όχι έχοντας απορρίψει τη χώρα μου. Πώς θα μπορούσα δίχως να την έχω γνωρίσει ουσιαστικά; Έπειτα, για να πάρω την πράσινη κάρτα, θα έπρεπε μέσα στα επόμενα 6 χρόνια να βγω από τις ΗΠΑ για δύο μήνες το μέγιστο σε σύνολο –πράγμα πολύ δεσμευτικό. Αντιλαμβάνομαι ότι θα με αφομοιώσουν. Παράλληλα, αρχίζει στην Ελλάδα το φαινόμενο του «brain drain» (διαρροή εγκεφάλων, δηλαδή μετανάστευση εξαιρετικά καταρτισμένων και ικανών ατόμων) και νοιώθω ότι, παρόλο που εγώ έφυγα για άλλους λόγους, λειτουργεί αυτό πάνω μου. Επιπλέον, Έλληνες του εξωτερικού, στον τομέα αλλά και άλλους τομείς, μιλούσαν εντελώς απαξιωτικά για το πώς οι εντός Ελλάδας χειρίζονταν διάφορες καταστάσεις και με ενοχλούσε πολύ, διότι θεωρώ ότι, αν κάποιος έχει γνώση, δεν μπορεί να κοροϊδεύει τον άλλον που δεν ξέρει και προσπαθεί να κάνει. Ας πάει εκεί ο γνώστης, να πράξει και να δείξει και στους άλλους το πώς! Δεν ήθελα να είμαι ένας τέτοιος άνθρωπος. Ή θα έμενα εκεί με βαθειά ντροπή ότι δείλιασα και δεν γύρισα ή θα γύριζα, θα προσπαθούσα και, αν πραγματικά δεν γινόταν τίποτα, θα πήγαινα πάλι στο εξωτερικό με ήσυχη συνείδηση. Στο κάτω-κάτω, το χρωστούσα στους παππούδες και τον πατέρα μου, που δεν το έσκασαν από πόλεμο, Εμφύλιο και Πολυτεχνείο, ενώ μπορούσαν.

Και, τέλος, βρίσκεται κάποια στιγμή ένας Αμερικανός που μου λέει: «Αμφιβάλλω ότι είσαι γνήσια Ελληνίδα ή ότι είσαι χαρισματική, διότι όλοι εμείς που δεν είμαστε Έλληνες, δουλεύουμε σκληρά όλη μας τη ζωή για να μπορέσουμε κάποια στιγμή να πάρουμε 10 μέρες συνεχόμενη άδεια και να την περάσουμε στη χώρα σου. Κι εσύ είσαι από εκεί, είσαι και χαρισματική, κι όμως βρίσκεσαι εδώ. Μάλλον κάτι από τα δύο δεν ισχύει!». Και ήταν το τελευταίο «κλικ» για την απόφασή μου.

Μου κάνει εντύπωση που η έννοια του «καθήκοντος» έπαιξε ρόλο στην επιλογή σου να γυρίσεις στην Ελλάδα.

Αυτό έκανε και τους γονείς μου να συγκινηθούν όταν μοιράστηκα μαζί τους τις σκέψεις μου και να αισθανθούν ότι τους τιμώ, διότι κι εκείνοι λειτούργησαν έτσι στην πορεία τους. Με είχαν μάθει έτσι και για αυτό δεν μπορούσαν να μου πουν να κάνω αλλιώς. Όταν άρχισα βέβαια να επικοινωνώ με άλλους για την επιστροφή μου, συνειδητοποίησα ότι υπάρχει ένα χάσμα σε θέματα οργάνωσης, δομών και άλλα τέτοια, που πρέπει να παλέψω διότι είναι πολύ καλύτερα έξω, τουλάχιστον στο Σικάγο, το οποίο γνωρίζω καλά. Αυτό, όμως, μπορούσα να το πάρω μαζί μου και να το αναπτύξω κι εδώ. Τον ήλιο της Ελλάδας δεν μπορώ να τον μεταφέρω αλλού. Κάνοντας την Ελλάδα βάση μου, λοιπόν, μπορώ να έχω και τα δύο, διατηρώντας πάντα το status κι ένα μέρος της δουλειάς μου στην Αμερική. Ερχόμενη στην Ελλάδα έδωσα περιθώριο τριών ετών. Τον πρώτο χρόνο για το αναπόφευκτο πολιτισμικό σοκ, τον δεύτερο για να σπείρω και τον τρίτο για να δω αν έπιασε και καρποφορεί αυτό που έσπειρα. Τον τέταρτο χρόνο άνοιξα το Κέντρο Φ.

Είδες, λοιπόν, ότι βγήκαν βλασταράκια.

Ξεκάθαρα. Κι όχι μόνο στην Αθήνα.

Διότι υπήρχε αυτό το μεγάλο κενό;

Εδώ θα μου επιτρέψετε να ευλογήσω τα γένια μου και των συνεργατών μου, διότι αν υπήρχε ένα κενό καρδιοχειρουργικής στην Ελλάδα κι ερχόταν ένας καρδιοχειρουργός μη αποτελεσματικός, δεν θα είχε νόημα. Ότι υπάρχει το κενό και εμείς φέρνουμε αποτέλεσμα σε αυτό, ότι το γεμίζουμε σταδιακά, αυτό θεωρώ σημαντικό.

«Οι Έλληνες, ό,τι χάρισμα κι αν έχουμε, το κάνουμε ταλέντο στο «θα σου πω εγώ τι θα κάνεις». Οι ξένοι λένε «ξέρω τι να κάνω και το κάνω»

«ΞΕΡΩ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ»

Πόσο χαρισματικοί είμαστε ως Έλληνες και ως γενιά σε διεθνές επίπεδο;

Διαχρονικά, το 20% του πληθυσμού παγκοσμίως είναι χαρισματικοί άνθρωποι, από ελαφρώς έως εξαιρετικά. Σκεφτείτε το αντίστοιχα για το ύψος ή το προσδόκιμο ζωής. Όταν ο μέσος όρος ήταν 40 χρόνια, υπήρχε ένα 20% που πέθαινε στα 60.

Που σημαίνει ότι η χαρισματικότητα είναι κατά βάση γενετικό φορτίο.

Φυσικά. Αυτό που αλλάζει μέσα στον χρόνο και τις γενιές είναι τα στοιχεία τής χαρισματικότητας. Ο χαρισματικός άνθρωπος του 1800 έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από τον χαρισματικό του 2020. Σταθερά, όμως, έχουμε έναν δυνατό αντιληπτικό μηχανισμό.

Άρα οι Έλληνες δεν διαθέτουμε κάτι ξεχωριστό, ακολουθούμε κανονικά τη στατιστική, δεν ισχύουν τα περί «ελληνικού δαιμονίου»…

Όχι, θα το πω και θα το επιβεβαιώσω ξεκάθαρα ότι είμαστε ξεχωριστοί. Η διαφορά μας όμως έγκειται στο εξής: το σύστημά μας ανέκαθεν έκανε τους Έλληνες ταλαντούχους, δουλεύοντάς τους γνωστικά. Για αυτό μπορούν να γίνουν όλοι αρχηγοί, διότι εκπαιδεύονται έτσι, να επεξεργάζονται κάτι με την αντίληψή τους και να δίνουν εντολή. Το πρόβλημά μας ως λαός είναι στην εκτέλεση. Στη Σκανδιναβία, για παράδειγμα, όπου εκπαιδεύονται να εκτελούν κι όχι να σκέφτονται, συναντάς συχνά σπουδαίους στην πράξη, αλλά όχι σπουδαία «μυαλά». Εμείς ό,τι χάρισμα κι αν έχουμε το κάνουμε ταλέντο στο «θα σου πω εγώ τι θα κάνεις». Οι ξένοι λένε «ξέρω τι να κάνω και το κάνω». Σε πάω, λοιπόν, πίσω στην παρερμήνευση του όρου «χαρισματικότητα» και «εξυπνάδα», που θεωρούμε ότι είναι ο ακαδημαϊσμός, δηλαδή το «ταλέντο».  Όταν πάει ο Έλληνας έξω, όλοι θαυμάζουν το μυαλό του, κοιτάζουν όμως το πώς έχει εκπαιδευτεί, όχι το σύνολο και την ουσία του. Αυτός ο Έλληνας, αν μπορέσει να μάθει και το κομμάτι της εκτέλεσης, θα έχει όλο το πακέτο και θα διαπρέψει.

Έχουμε τη θεωρία και χωλαίνουμε στην πράξη.

Ακριβώς. Κι αυτό είναι το πρόβλημα και στο σχολείο, όπου υπάρχει η αναγκαιότητα για βιωματική και χειρωνακτική διδασκαλία, παράλληλα με τη θεωρητική. Μαθαίνουμε καταπληκτικά μαθηματικά, αλλά δεν μπορούμε να χτίσουμε ένα σπίτι.

«Στα σχολεία υπάρχει η αναγκαιότητα για βιωματική και χειρωνακτική διδασκαλία, παράλληλα με τη θεωρητική»

Το «θα κάνω ένα τεστ IQ» πόση σχέση έχει με τη χαρισματικότητα; Ποια είναι τα κριτήρια που θα μου δείξουν αν το παιδί μου είναι χαρισματικό;

Υπάρχουν υποκειμενικές και αντικειμενικές μετρήσεις. Τώρα εξετάζουμε τη χαρισματικότητα ολιστικά κι αυτό σημαίνει ότι για να την αναγνωρίσουμε οφείλουμε να έχουμε μετρήσεις και των δύο ειδών. Στις υποκειμενικές περιλαμβάνονται: συνέντευξη με το παιδί και με τους γονείς, ερωτηματολόγια που συμπληρώνουν οι ίδιοι, συστατικές επιστολές από δασκάλους και μαρτυρίες από τον περίγυρο. Στις αντικειμενικές μετρήσεις μπορεί να έχουμε: τους βαθμούς του διαχρονικά και συνολικά (όχι μόνο ένα μάθημα, διότι αυτό εμπίπτει στις υποκειμενικές), τεστ ευφυΐας, διακρίσεις σε διαγωνισμούς. Εξετάζουμε, λοιπόν, το παζλ που όλα αυτά μαζί συνθέτουν. Δεν μπορεί μόνο το ένα να βεβαιώσει ή να αποκλείσει κάτι. Μπορεί να έχουμε ένα χαρισματικό παιδί που όμως είναι κακό στα τεστ, διότι αγχώνεται υπερβολικά ή μπορεί να μην ήθελε να συνεργαστεί τη συγκεκριμένη μέρα μίας εξέτασης. Ή μπορεί να έχουμε ένα παιδί χωρίς υποκειμενικές μαρτυρίες που να μαρτυρούν χαρισματικότητα, αλλά με δεκάδες διακρίσεις σε διαγωνισμούς κι αυτό να οφείλεται στην πολύ σκληρή μελέτη του. Η αναγνώριση, λοιπόν, πρέπει να γίνεται σε βάθος, μελετώντας όσο περισσότερα στοιχεία μπορούμε μαζί με το κοινωνικοσυναισθηματικό κομμάτι.

Άρα κάπως έτσι καταρρίπτεται και το πρότυπο που οι περισσότεροι έχουν στο μυαλό όταν σκέφτονται ένα χαρισματικό παιδί: σούπερ βαθμοί και άριστος μαθητής.

Καλό παιδί, προσεκτικό, ήσυχο, με γυαλιά, περιποιημένο… όχι, δεν υπάρχουν σταθερές. Μπορείς να είσαι έτσι και να μην είσαι ή να είσαι χαρισματικός, μπορείς να μην είσαι καθόλου έτσι και να ξεχειλίζεις ή όχι από χαρισματικότητα. Όπως δεν μπορούμε να περιγράψουμε την εικόνα ενός ανθρώπου τυπικού πληθυσμού, δεν μπορούμε να περιγράψουμε την εικόνα των χαρισματικών ανθρώπων.

Υπάρχουν, όμως, λίστες με τα χαρακτηριστικά των χαρισματικών ανθρώπων, σαν αυτή που είχες αναφέρει στην αρχή της κουβέντας μας.

Φυσικά, κι αυτές αυξάνουν τις πιθανότητες για χαρισματικότητα όσο περισσότερο τις πλησιάζει κάποιος. Έτσι λειτουργούν και τα ερωτηματολόγια στους γονείς, οι οποίοι ουσιαστικά βλέπουν πόσο συνάδει η δική τους εμπειρία με τα στάνταρ που πληθυσμιακά παρουσιάζουν οι χαρισματικοί άνθρωποι παγκοσμίως. Όσο πιο ψηλά σκοράρουν εκεί, τόσο πιο σοβαρός είναι και ο λόγος να το ψάξουμε παραπέρα. Και μία τέτοια λίστα συνήθως έχουν συμβουλευτεί και οι γονείς που περνούν την πόρτα μας.

Οι περισσότεροι από αυτούς έρχονται εδώ με ενθουσιασμό τύπου «έχω τον νέο Αϊνστάιν στο σπίτι μου» ή προβληματισμένοι;

Η αλήθεια είναι ότι στην πλειοψηφία τους είναι ανήσυχοι και ζητούν βοήθεια, διότι δεν ξέρουν τι να κάνουν, πώς να το χειριστούν ή διότι το έχουν δει ως πρόβλημα που χρειάζεται ειδικό και τους έστειλαν σε εμάς.

Ο στόχος για το Κέντρο ποιος είναι; Τι θα ήθελες να συμβαίνει εδώ σε 5 χρόνια, για να πεις «τα καταφέραμε»;

Ο στόχος είναι σε 5 χρόνια να συνεχίσει να υπάρχει και να προσφέρει, είτε με 10 είτε με 110 μαθητές. Να είμαστε παρόντες και να ενεργοποιούμε ανθρώπους.

«Η αναγνώριση της χαρισματικότητας πρέπει να γίνεται σε βάθος, μελετώντας όσο περισσότερα στοιχεία μπορούμε μαζί με το κοινωνικοσυναισθηματικό κομμάτι του κάθε ατόμου»

Info

Δεινοκράτους 85, Αθήνα, τηλ. 2130 441216

www.centerfnoesis.com

Facebook: centerfnoesis

wecan@centerfnoesis.com
contact@danaedeligeorges.com

www.danaedeligeorges.com