Σα να μη πέρασε μια μέρα…

Γράφει η Στέλλα Καμπάνη.

Έξι ώρα το ξημέρωμα και όπως κάθε πρωί τα τελευταία χρόνια, πετάχτηκα ιδρωμένος μέσα στον ύπνο μου. Το ίδιο όνειρο. Η ίδια πρωταγωνίστρια κάθε φορά. Εσύ. Κι εγώ θεατής στο ίδιο έργο, ξανά και ξανά. Σηκώθηκα, προχώρησα προς την κουζίνα κι άρχισα να ετοιμάζω το πρωινό σου. Εδώ και χρόνια βλέπεις έπαψες  να το ετοιμάζεις εσύ. Ούτε και τα μαλλιά σου χτενίζεις πια μόνη σου. Γκρίζαραν, μα παρέμεναν τόσο όμορφα στα δικά μου μάτια κάθε φορά που περνούσα μέσα τους τα δάχτυλά μου. 

 Άνοιξα το ψυγείο κι έβγαλα το γάλα για να στο ζεστάνω λίγο. Ποτέ δε σου άρεσε να το πίνεις παγωμένο κορίτσι μου. Μια κουταλιά μέλι μέσα και τα μάτια σου έλαμπαν πάντα. Έβγαλα την κούπα σου και την άφησα πάνω στο τραπέζι. Απ’ έξω χάζευα τα σχέδια που είχε πάνω. Κλαδιά και άνθη αμυγδαλιάς. Πόσο σου άρεσαν οι αμυγδαλιές!!  

Κάθε άνοιξη λάτρευες να τις χαζεύεις ολάνθιστες να κοσμούν το δρομάκι πιο κάτω απ’ το σπίτι μας. Πόσους περιπάτους κάναμε εκεί. Ακόμη θυμάμαι την τελευταία μας βόλτα. Δεν είχες δύναμη να περπατήσεις, μα δε θα σε άφηνα κλεισμένη στο σπίτι. Πήραμε το αμάξι και βγήκαμε στο δρομάκι πηγαίνοντας με το αυτοκίνητο πολύ αργά για να μπορείς να δεις όσο ήθελες τις αμυγδαλιές που λάτρευες.  Κι όσο ο ήλιος χάιδευε το πρόσωπό σου, πόσο όμορφη ήσουν!! Όπως τότε που σε πρωτογνώρισα, δροσερό κορίτσι ακόμα. Με τα μάτια σου να λάμπουν, με το χαμόγελό  σου να στολίζει τη ζωή μου από τότε που μπήκες σ’ αυτήν. 

Έβαλα μέσα το ζεστό γάλα, μια κουταλιά μέλι και ήρθα για να σε ξυπνήσω και σήμερα.  Άνοιξα την πόρτα του υπνοδωματίου και  με αργά βήματα προχώρησα προς το παράθυρο.  Τράβηξα λίγο τις κουρτίνες και γύρισα να σε ξυπνήσω γλυκά. Με ήρεμη φωνή σου είπα να σηκωθείς. Ούτε απόψε ξέστρωσες το κρεβάτι.  Ήρεμη φαίνεται θα κοιμήθηκες και δε θέλησες στιγμή να κουνήσεις. Τράβηξα τα σκεπάσματα και το κρεβάτι παρέμενε άδειο. Ακόμη και το νυχτικό σου ήταν διπλωμένο. Πάνω στο κομοδίνο είδα τα γυαλιά σου. Μα πώς; Εσύ δε μπορούσες να κάνεις βήμα δίχως αυτά.  

Έκλεισα ξανά τις κουρτίνες και έφυγα απ’ το δωμάτιό. Μπήκα στο μπάνιο, να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Πάνω απ’ το νιπτήρα ο καθρέφτης. Με το νερό να τρέχει επάνω στα λευκά γένια μου κοίταξα μέσα , μα κι αυτός παρέμενε άδειος. Κανένα είδωλο. Μόνο δάκρυα έβλεπα ξανά να γίνονται ένα με τις σταγόνες απ’ το νερό. Χαμήλωσα το πρόσωπο κι έσφιξα τα πλαϊνά του νιπτήρα. Έκλεισα τα μάτια μου κι έσφιξα τα δόντια. ‘’Χαμογέλα’’, μου ψιθύρισες κρατώντας στα χέρια τα γυαλιά σου. Δε θα μπορούσες να δεις καθαρά φαίνεται και γύρισες να τα πάρεις. Τα φόρεσες κι άρχισες να περιφέρεσαι απ’ το ένα δωμάτιο στο άλλο με βήμα αργό.  Δε γύρισες να με κοιτάξεις, μα μου έφτανε που σε έβλεπα εγώ. Προχώρησες προς την κουζίνα κι έκατσες στην καρέκλα με σκυμμένο το πρόσωπό σου. ‘’Είναι παγωμένο’’, μου παραπονέθηκες. Σου ζήτησα ένα λεπτό και σου είπα ότι θα στο ζεστάνω εγώ σε λίγο.   

Ετοιμάστηκα γρήγορα για να προλάβω να περάσω απ’ το φούρνο πριν  πάω στη δουλειά. Έβαλα παπούτσια, πήρα χρήματα και κλειδιά κι έφυγα γρήγορα για να φέρω το πρωινό σου φρέσκο κουλούρι, μ’ εκείνο το σησάμι που λάτρευες να γεύεσαι.  Έκλεισα βιαστικά τη πόρτα πίσω μου και πέρασα στην απέναντι μεριά του δρόμου, μπήκα στο φούρνο και  καλημέρισα τον κύριο Κώστα . Όπως κάθε πρωί, με ρώτησε τι θα ήθελα. Μα τι άλλο να ήθελα; Κάθε πρωί το ίδιο πράγμα του ζητούσα. Εφτά χρόνια τώρα. ‘’Ένα κουλούρι για το κορίτσι μου’’, του είπα. Με κοίταξε, αναστέναξε και το έβαλε σε μια σακούλα. Πάντοτε όταν  φεύγαμε απ’ το φούρνο μας έδινε και φρέσκα κουλουράκια κανέλας  για ‘σένα. Εκείνα που είχαν ζάχαρη πασπαλισμένη από πάνω.  Παράξενο, μα σήμερα δε μου έδωσε κάποιο να σου κρατάω. Μάλλον θα είχαν τελειώσει..   

Την ώρα που πλήρωνα ένας εκκωφαντικός θόρυβος έκανε τα γερασμένα γόνατά μου να λυγίσουν. Έπεσα στο πάτωμα πιέζοντας δυνατά τα αυτιά μου με τα χέρια μου. Άναρθρες κραυγές βγήκαν απ’ το στόμα μου και άρχισα να χτυπιέμαι στο πάτωμα κλωτσώντας ότι βρισκόταν δίπλα μου. Ο κύριος Κώστας μου έπιασε τα χέρια και με κοίταξε με δακρυσμένα μάτια. ‘’Σύνελθε φίλε μου, σύνελθε. Πάει τόσος καιρός, βρες τα λογικά σου ‘’. Τον κοίταξα, μα δεν είπα λέξη .   

Σηκώθηκα, πήρα το κουλουράκι σου και προχώρησα προς το σπίτι. Άνοιξα την πόρτα και άφησα άτσαλα στο τραπεζάκι τα κλειδιά, ρίχνοντας πάλι την εφημερίδα που ποτέ δε προλάβαινα να διαβάσω τα πρωινά που τόσο βιαστικά έφευγα απ’ το σπίτι για τη δουλειά στο σταθμαρχείο .Το πρωτοσέλιδο ίδιο ,εφτά χρόνια τώρα : ‘’ Έκρηξη σημειώθηκε σε σπίτι στον Πειραιά. Εβδομηντάχρονος σύζυγος άφησε για λίγο μόνη της την εξηντάχρονη σύζυγό του που έπασχε από άνοια, η οποία άνοιξε το γκάζι της κουζίνας. Πιθανή διαρροή προκάλεσε την έκρηξη και στέρησε τη ζωή στην άτυχη ηλικιωμένη.’’   

Προχώρησα προς την κουζίνα, άφησα το κουλουράκι σου πάνω στο τραπέζι και έπιασα την κούπα σου με το γάλα. Πόσο δίκιο είχες, είναι τόσο παγωμένο! Άνοιξα το γκάζι και το έβαλα να ζεσταθεί λίγο. Πήγα και πάλι στο υπνοδωμάτιό μας για να σε βρω. Τελευταία ένιωθες συνεχώς κουρασμένη και σου άρεσε να ξαπλώνεις. Κοίταξα ξανά στο κρεβάτι, μα και πάλι ήταν άδειο. Τα γυαλιά σου ήταν ακόμα εκεί και σε περίμεναν. Κι εγώ σε περιμένω κορίτσι μου. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Ούτε και σήμερα θα μου πεις καλημέρα, ούτε και σήμερα θα σ’ αγκαλιάσω, ούτε και σήμερα θα χτενίσω τα μαλλιά σου. Μα σου υπόσχομαι, εγώ θα σου ζεσταίνω το γάλα σου κάθε πρωί κι ας μην το πιεις ποτέ. Θα σου λέω καλημέρα και θα χαϊδεύω το μαξιλάρι σου τα βράδια για να κοιμάσαι γλυκά. Μια μέρα θα έρθω να σε βρω και έχεις το λόγο μου, δε θα σε αφήσω ποτέ ξανά μόνη.