Μεγαλώνοντας…

Από τον Γιώργο Κύριλλο.

Μεγάλωσα σε μια εποχή που ο  μεγαλύτερος πόνος ήταν η βρεγμένη μπάλα που σου έσκαγε στην μούρη σε κάποια παιδική συνεύρεση στην αλάνα της γειτονιάς. Πιτσιρίκια με σημαδεμένα τα γόνατα να τρέχουν πάνω κάτω γύρω από μία μπάλα ή πάνω σε ένα ‘πειραγμένο’ ποδήλατο, σε αλάνες που τώρα πλέον έγιναν πολυκατοικίες ή εξευγενισμένοι σκουπιδότοποι.

Σπάνια βλέπεις μπάλα να τρέχει στους δρόμους μπροστά από ένα τσούρμο πιτσιρίκια.

Τα παιδιά που έπαιζαν μήλα κι αμπάριζα στους δρόμους λιγόστεψαν και αυξήθηκαν τα αυτοκίνητα χωρίς αιτία και λόγο μετακίνησης, χωρίς πραγματικό σημείο προορισμού. Οι φωνές από τα παιχνίδια και τους τσακωμούς για το ποιός είχε δίκιο και ποιός έφταιγε που χάσανε στο παιχνίδι, ποιός είναι ο καλύτερος παίκτης, αυτές οι φωνές σιγά – σιγά εξαφανίστηκαν από τους δρόμους και τις αλάνες, και άρχισαν να εμφανίζονται ανησυχητικά  μέσα από το λημέρι των Σειρήνων του διαδικτύου, φωνές που γίνονται κραυγές.      

Εκπαιδευτήκαμε να μπαίνουμε μέσα στο λημέρι παρακάμπτοντας τους φρουρούς και τους γρίφους. Η πρόσβαση στο διαδίκτυο γίνετε με περισσή ευκολία, ακόμη και από αυτόν που δεν πληροί τις ‘προϋποθέσεις’. Οι γνώσεις άπειρες, διαφορετικές, για οτιδήποτε ζητάει ο νους του ανθρώπου. Γνώσεις και απαντήσεις, αληθινές και ψεύτικες για όλες τις απορίες που εμφανίζονται στο διάβα της ζωής μας. 

Εκείνα τα παιδιά μεγάλωσαν και αλλάξανε οι ρόλοι και έγιναν γονείς. Και τώρα βλέπω τα δικά μου παιδιά και προσπαθώ να κρατήσω τα παιδικά μου μάτια να μπορέσω να δω μέσα από τα δικά τους, να καταλάβω την γλώσσα τους να ακούσω τις φωνές τους, πριν γίνουν κραυγές.

Σκέψεις που έρχονται στο μυαλό όταν αδρανεί,  όταν χαλαρώνει…

Η ώρα ήταν περίπου έντεκα κοντά μεσημέρι, ο καλοκαιρινός ήλιος είχε σχεδόν φτάσει στο ζενίθ του και αυτή την ημέρα έκαιγε πολύ. Ένας κρύος καφές με ένα ποτήρι παγωμένο νερό ήταν ότι καλύτερο. Καθισμένος στον υπαίθριο χώρο ενός καφενείου, σκεπασμένο με φυλλωσιές ήταν ιδανικό καταφύγιο από τον καλοκαιρινό ήλιο που καραδοκούσε να ξεμυτίσεις στην γωνία για να αρχίσει τα παιχνίδια του μαζί σου.

Και καθισμένος εκεί πίνοντας τον καφέ, με τα μάτια καρφωμένα στο απέναντι σχολικό κτίριο που λειτουργούσε ως εξεταστικό κέντρο, περιμένοντας τους γιους μου καθώς έβγαιναν από την αίθουσα αφήνοντας πίσω τους ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής τους, που εκείνη την στιγμή δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν.

Και ξαφνικά έρχονται στο μυαλό μου αναμνήσεις από την πρώτη τους μέρα στην σχολική κοινωνία που αφήνουν τώρα πίσω τους. Όταν σχεδόν μωρά ακόμη, (για τα μάτια μας!), περνούσαν την πόρτα του παιδικού σταθμού, κοιτώντας πάντα πίσω τους με ένα βλέμμα ανησυχίας προς την πόρτα να δουν αν ήμασταν ακόμη εκεί.  Μεγαλώνοντας το βλέμμα αυτό άρχισε να μειώνεται, άρχισαν να σκέφτονται πιο ανεξάρτητα, η πορεία τους αποτυπωμένη σε φωτογραφίες σε γιορτές σχολικές, σε εκδρομές, σε οικογενειακές στιγμές. Παλιά τους κοιτούσαμε αφ’ υψηλού, τώρα μας κοιτάνε αυτοί. Και η διαδρομή αυτή, το πρώτο στάδιο, ολοκληρώνεται σήμερα εδώ καθώς τους βλέπω να βγαίνουν από το σχολείο και να έρχονται προς εμένα μετά το πέρας των εξετάσεων.

Και μία ευχάριστη αλλά συνάμα αγχωμένη κοριτσίστικη φωνή με ξυπνά από την αναπόληση,

-Καλημέρα κύριε μήπως έχετε ένα δίευρο; Έφυγα βιαστικά το πρωί από το σπίτι και δεν πήρα λεφτά μαζί μου, ή ένα τσιγάρο; 

Ήταν δεν ήταν στην ηλικία του γιου μου, 17-19 χρονών, ξανθιά γλυκιά κοπελίτσα με ρούχα όμορφα και καθαρά. Δεν ήταν καμία από αυτές που ψάχνουν για την δόση τους. Το ύφος της έμοιαζε να είναι από καλή και ευκατάστατη οικογένεια, την παρατηρούσα καθώς κάθισε λίγο παραπέρα, να απολαμβάνει τον καφέ που της πρόσφερα και το τσιγάρο που πήρε από κάποιον άλλο, μιας και εγώ αδυνατούσα να της το προσφέρω, όντας άκαπνος από πεποίθηση. 

Την παρατηρούσα και αναρωτιέμαι για τις συνθήκες που οδήγησαν αυτό το παιδί που δεν διέφερε από τα δικά μου σε αυτή την κίνηση. Κόντρα με τους γονείς; απώλεια χρημάτων; φυγή από το σπίτι; Και ξαφνικά ένα ρίγος τρόμου μου διαπέρασε την ραχοκοκαλιά, σκεπτόμενος υποσυνείδητα και βάζοντας στην θέση της κάποιο δικό μου παιδί. Είμαι άραγε εντάξει απέναντί τους; Τι λάθη δικά μας μπορεί να οδηγήσουν ένα παιδί να φτάσει εκεί.

Οι καφέδες στο τραπέζι γίνονται τώρα τρεις, ο καθένας έχει την προτίμησή του, κανείς δεν μιμείται κανέναν. Τρεις άντρες με δική τους προσωπικότητα, δικές τους επιλογές, δικά τους όνειρα. Αλλά από την ίδια πάστα, τον ίδιο πηλό. Κοιταχτήκαμε, δεν τους ρώτησα για τα γραπτά, ήξερα την απάντηση. Τους αφηγήθηκα το γεγονός και περίμενα την αντίδρασή τους. Το βλέμμα στα μάτια τους, εκείνο το βλέμμα που μου θύμισε την πρώτη τους ημέρα στον παιδικό σταθμό μου έδωσε την απάντηση που ήθελα να ακούσω. Η ζωή σου δίνει πάντα αυτό που ζητάς, όχι πάντα με τον τρόπο που επιθυμείς να το αποκτήσεις αλλά, αν ζητήσεις θα λάβεις. Ας φροντίζουμε αυτό που θα λάβουμε να το σεβαστούμε, να το προστατέψουμε και να το εξελίξουμε.

Μετά από μια ευχάριστη συζήτηση σηκωθήκαμε για την επιστροφή, και ξαφνικά συνειδητοποιώ την ζωή που πέρασε αλλά δεν χάθηκε…

Στους γιους μου Δημήτρη και Νικόλα, Κωνσταντίνο και Αλέξανδρο, με την ευχή να γίνουν άνθρωποι χρήσιμοι στην ανθρωπότητα.

Γιώργος Κύριλλος