Να βουτάς…

Από την Αριστέα Σταυροπούλου.

Μία κλασική ελληνική, χωριάτικη σαλάτα στο κέντρο τού τραπεζιού. Ντομάτα και κρεμμύδι, ρίγανη και φέτα. Και μπόλικο ελαιόλαδο, να «χαρεί» το φρέσκο ψωμί που –απαραίτητη συνοδεία– βρίσκεται δίπλα. «Σημασία έχει…», λέει το νεαρό αγόρι, παίρνοντας μία φέτα ψωμί στο χέρι του. «Σημασία έχει να βουτάς», τον προλαβαίνει η μητέρα του. «Σημασία πάντα έχει να βουτάς. Στη σαλάτα, στη θάλασσα, στις στιγμές, στον εαυτό σου».

Από μικρό ή μεγαλύτερο ύψος, σε μικρό ή μεγαλύτερο βάθος κάθε φορά, αυτό που τελικά έχει σημασία είναι να μη χάνεις την ευκαιρία, να μη δειλιάζεις, να παίρνεις την απόφαση και να κάνεις τελικά εκείνο το τόσο δα αλματάκι που χρειάζεται. Διότι, αλήθεια, πόσα όμορφα έμειναν σε μιαν άκρη και εν τέλει χάθηκαν στο «λίγο πριν» που ποτέ δεν έγινε «τώρα»;

Όχι, το θέμα δεν είναι να μην σκέφτεσαι, να μην υπολογίζεις, να αδιαφορείς για το ρίσκο. Κανένας, άλλωστε, δεν κέρδισε τη ζωή του κάνοντας αποκλειστικά παράτολμα και απερίσκεπτα πράγματα. Καθένας από εκείνους τους άξιους, που μπορούν να πουν ότι πραγματικά έζησαν, πάντα είχαν ένα κομμάτι λογικής στη χούφτα. Ένα κομμάτι της δικής τους λογικής, αυτής που κάθε φορά σύνθεταν οι γνώσεις και οι ανάγκες μαζί με τις επιθυμίες τους.

Αυτό που πάντα έκανε και κάνει τη διαφορά είναι η γενναιότητα, η αυτοπεποίθηση, η αποφασιστικότητα και η δράση. Το να κοιτάξεις την άγνωστη θάλασσα με ορθάνοιχτα μάτια και να μπεις στο νερό αποφασισμένος να κολυμπήσεις. Άλλη θάλασσα κάθε φορά και επιλογή τού καθενός αν τον ενδιαφέρει αυτή ή η επόμενη. Τι γίνεται, όμως, αν περνούν οι θάλασσες η μία μετά την άλλη, αλλάζουν συνεχώς τα κύματα και τελικά περάσει μαζί τους όλος ο καιρός και κάποιος μείνει για πάντα στην ακτή; Αχ, είναι τόσοι οι άνθρωποι που έμειναν μια ζωή χωρίς αλμύρα…

Αυτοί που φοβήθηκαν κάθε ξένη θάλασσα η οποία απλώθηκε μπροστά τους, που αρνήθηκαν τις μεγάλες βουτιές –με πρώτη και τελευταία τη βουτιά μέσα τους– είναι εκείνοι που τελικά έμειναν με τη γεύση τού ανεκπλήρωτου στα χείλη, που κοιμούνται και ξυπνούν με μια σειρά από «αν» κάτω από το μαξιλάρι τους και μετρούν πια τον χρόνο κυρίως με τις στιγμές άλλων κι όχι με δικές τους.

Μπορεί να μας χαρίζεται, αλλά στην πραγματικότητα το δώρο αυτού του περάσματος που λέγεται ζωή ζητά αντάλλαγμα: να είσαι εκεί, να είσαι παρών και να είσαι θαρραλέος. Να δοκιμάζεις αλλαγές, να αντιμετωπίζεις φόβους, να κυνηγάς ομορφιές, να προσφέρεις καλοσύνη, να διεκδικείς κορυφές. Η ζωή σε καλεί να δημιουργείς και να μοιράζεσαι σκέψεις, ιδέες, αισθήματα, εμπειρίες. Να δίνεις, να παίρνεις και να δίνεις πάλι. Να χάνεις και να κερδίζεις, απολαμβάνοντας πάνω από όλα το ίδιο το παιχνίδι. Μόνο όποιος ανταποκρίνεται στο κάλεσμά της με ειλικρίνεια, πάθος και θάρρος ανακαλύπτει τις διαφορετικές της γεύσεις. Και, κάπως έτσι, δημιουργεί ο καθένας τη δική του ιδανική «μπουκιά», μετά από άφθονες δοκιμές, αρκετά υλικά και μπόλικα αγγίγματα στην γλώσσα και την ψυχή. Διότι, είπαμε, σημασία έχει να βουτάς και να βουτάς όμορφα. Στο φαγητό που βρίσκεις, στα νερά που ανακαλύπτεις, στο τώρα που σου δίνεται, στο ποιος είσαι ή θες να γίνεις. Και να βγαίνεις κάθε φορά και πιο «χορτασμένος» από όσα βρήκες στον βυθό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s