Μη φοβάσαι μαμά…

Από την Στέλλα Καμπάνη.

Τόσους μήνες σε κουβαλάει στα σπλάχνα της. Τριγυρίζει μέσα στο πλήθος και χαϊδεύει την κοιλίτσα της. Ακόμη και τότε νιώθεις το χάδι της. Ζεστό και τρυφερό. Ακούς μαζί της μουσική, τρώτε παρέα, γελάς όποτε γελάει και νιώθεις τη λύπη της όταν στεναχωριέται. Κι αν κάτι την τρομάξει, αυξάνονται κι οι δικοί σου παλμοί. Εδώ είμαι για σένα. Μη φοβάσαι μαμά.

Περνάει ο καιρός και αντικρίζεις τον κόσμο. Ξένοι όλοι και αρχίζεις ναι κλαις. Μετά από λίγα λεπτά, με κουρασμένο το κορμί σου, κουρνιάζεις και πάλι στην αγκαλιά της και ηρεμείς. Είναι τόσο όμορφα εκεί. Τόσο ζεστά και γνώριμα. Την κοιτάζεις με τα ματάκια σου και βλέπεις τον κόσμο όλο. Σε κοιτάζει κι εκείνη και ξέρει πως κρατάει όλο τον κόσμο στα χέρια της. Το δικό της κόσμο. Χαμογελάει, δακρύζει και πλημμυρίζει αγάπη για σένα. Για λίγο σε παίρνουν απ’την αγκαλιά της. Θα γυρίσω. Μη φοβάσαι μαμά.

Πέρασαν οι ώρες, οι μέρες και μπορείς τώρα πια να ξανανιώσεις τη ζεστασιά της και παρέα να γυρίσετε στο σπίτι. Σε κρατάει στα χέρια της, σε κοιτάζει σα πολύτιμο πετράδι, το πιο πολύτιμο για ‘κείνη. Ούτε στη σκόνη δεν επιτρέπει να σε αγγίξει, από φόβο μήπως και κάτι πάθεις. Σου ψιθυρίζει τραγούδια, σε νανουρίζει γλυκά τα βράδια. Και δε κλείνει τα μάτια της, μέχρι να κλείσεις κι εσύ τα δικά σου. Κι αν μέσα στη νύχτα ξυπνήσεις, πάντα είναι εκεί για να σε ηρεμήσει. Κι αν δε τα καταφέρει, δε φταίει εκείνη. Δεν έχει βρει ακόμη όλους τους τρόπους. Βλέπεις, δε γεννήθηκε μαμά. Εσύ την έκανες. Έχουμε όλο το χρόνο μπροστά μας για να μάθουμε η μία την άλλη. Μη φοβάσαι μαμά.

Πέρασαν και  τα χρόνια και ήρθε η ώρα να της πεις μια λεξούλα τόση δα και να φωτιστεί όλο το πρόσωπό της. Ακούει να τη λες μαμά και δακρύζει από ευτυχία. Έχει βρει πια για ποιο λόγο θα ζει από δω και πέρα. Κι όσο τη βλέπεις να χαμογελά και να δακρύζει ταυτόχρονα από ευτυχία, τόσο ξεγλιστρά η λέξη απ τα χειλάκια σου. Και θες να της πεις τόσα πολλά. Μα είναι νωρίς για σένα ακόμη. Κάνε υπομονή και όλα θα στα πω. Μη φοβάσαι μαμά.

Ο χρόνος κυλάει γρήγορα και τα πρωινά ξυπνάει να σε ετοιμάσει για το σχολείο. Για να μάθεις κι άλλες λέξεις, για να μάθεις όσα χρειάζεται. Στο τραπέζι πάντα το γάλα σου ζεστό και δίπλα ένα μηλαράκι για το σχολείο. Μια λιχουδιά μέσα στη τσάντα σου κι ένα γλυκό φιλί είναι τα καθημερινά της δώρα για να ξεκινήσεις τη μέρα σου έξω από το σπίτι. Δε θ’αργήσω να γυρίσω. Μη φοβάσαι μαμά.

Με δυσκολία περνάνε οι ώρες όσο σε περιμένει κι όταν σε βλέπει να γυρίζεις, σε σφίγγει στην αγκαλιά της. Σου μαθαίνει να πλένεις τα χεράκια σου πριν φας και όταν τελειώσεις με το γεμάτο αγάπη φαγητό που σου ετοίμασε, έρχεται η ώρα να κοιμηθείς για μεσημέρι. Γκρινιάζεις πάντα κάθε μεσημέρι, αλλά δε σου υψώνει τη φωνή της. Βλέπεις, για σένα μπορεί να κάνει όλη την υπομονή του κόσμου. Ξαπλώνει μαζί σου μέχρι να αποκοιμηθείς και πάλι. Έπειτα θα σε βοηθήσει να κάνεις εκείνο το κουλουράκι με το μπαστουνάκι στο πλάι που τόσο παιδεύει τα παιδικά σου δαχτυλάκια. Κι όταν δε το πετύχεις, πάλι θα κάτσει μαζί σου μέχρι να τα καταφέρεις. Θα δεις μαμά, θα τα μάθω όλα. Μη φοβάσαι μαμά.

Κι έχουν πια περάσει τα χρόνια. Έφυγες για μερόνυχτα κι απ’το σπίτι. Έπρεπε βλέπεις να ανοίξεις τα φτερά σου. Κι εκείνη ξαγρυπνούσε μήπως και κάτι δε πήγαινε καλά όσο ήσουν μακριά της. Κάθε σου τηλεφώνημα ήταν για ‘κείνη βάλσαμο. Ανησυχούσε συνεχώς, μα δε στο έδειχνε. Κι εσύ καταλάβαινες την αγωνία της κι ένιωθες ενοχές για όσες φορές περνούσες όμορφα και αμελούσες να την πάρεις τηλέφωνο, να της μιλήσεις λίγο. Θα γυρίσω, της έλεγες. Μη φοβάσαι μαμά.

Κι όταν γύρισες είχες μάθει πια πολλά περισσότερα και βιαζόσουν όλα να τα μοιραστείς μαζί της. Άνοιξες την πόρτα του σπιτιού και τη βρήκες εκεί, με ατημέλητα μαλλιά, με ρυτιδιασμένο πια το πρόσωπό της και με άνοια να βασανίζει το μυαλό της έξι χρόνια τώρα. Μα είναι τόσο όμορφη. Σε κοιτάζει με αγάπη κι ας μη θυμάται τ’ όνομά σου. Σου χαϊδεύει τα μαλλιά κι ας μην αναγνωρίζει το πρόσωπό σου. Της ετοιμάζεις φαγητό και την ταΐζεις αργά αργά. Εδώ είμαι τώρα μαμά. Μη φοβάσαι μαμά.

Κουρασμένη πια απ’ τα χρόνια στους ώμους της, δε μπορεί να σηκωθεί απ τη πολυθρόνα που μαζί καθόσασταν όσο ήσουν παιδί. Εκεί σου μίλαγε για δράκους και για πρίγκιπες. Εκεί δίπλα γονατίζεις κρατώντας ένα παραμύθι, να της κάνεις λίγη συντροφιά. Το χέρι της στον ώμο σου συνεχώς, όπως πάντα μέχρι τώρα. Το παραμύθι τελειώνει κι εσύ ανυπομονείς να ξεστομίσεις »κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Μα το παραμύθι αυτή τη φορά το γράφει η ζωή. Το χέρι στον ώμο σου έχει πια παγώσει. Ένα ζεστό χαμόγελό της πρόλαβε να σου χαρίσει και μια πνοή. Τελευταία. Φοβάμαι μαμά.

Αντίο μαμά..
Στέλλα Καμπάνη