Το αγοροκόριτσο

Από την Στέλλα Καμπάνη.

Καθισμένη στο πεζοδρόμιο, με γόνατα γδαρμένα, η μικρή Κατερίνα έκλαιγε με αναφιλητά. Κάποιο αγόρι απ’ τη γειτονιά την είχε σπρώξει και πέφτοντας στο δρόμο είχε χτυπήσει. Το λεπτό της παντελονάκι είχε σκιστεί και λίγο αίμα λέρωνε τώρα το ύφασμά του. «Πώς θα πάω τώρα σπίτι», σκέφτηκε και συνέχισε να κλαίει. Δεν έκλαιγε απ’ τον πόνο που ένιωθε, αλλά από φόβο για το πώς θα αντιδρούσε η μαμά της.

Η κυρά Μαρία, ένας νευρικός άνθρωπος γενικότερα, έδειχνε όλη την αυστηρότητά της όταν επρόκειτο για τη κόρη της. Μόνη της τη μεγάλωνε τη μικρή Κατερίνα, αφού ο άντρας της πέθανε από καρδιά ξαφνικά πριν δυο χρόνια. Δεν είχε πια κι αυτή άλλη υπομονή κι αυτό τις είχε δημιουργήσει παραξενιές. Ήθελε η Κατερίνα να γυρνάει σπίτι χτενισμένη και καθαρή όπως την ετοίμαζε για να βγει έξω, κι όχι σα να ‘χει βγει από καβγά. Μα ποιος να κρατήσει φρόνιμη τη Κατερίνα που όπου έβλεπε παιχνίδι και χώματα, έτρεχε να μπει μέσα. Κάθε μεσημέρι αυτός ήταν ο λόγος που τη μάλωνε. Οι φωνές της κυρά Μαρίας ακουγόντουσαν σε όλη τη γειτονιά. Κι όλοι της έκαναν παράπονα. «Άσε το μωρό να παίξει όπως θέλει, παιδάκι είναι, ένα το έχεις, μη το μαλώνεις συνέχεια». «Δε θα μου πείτε εσείς», συνήθιζε να απαντά σε όποιον τολμούσε να τη συμβουλέψει.

Οι φωνές που άκουγε η μικρή Κατερίνα για να είναι πιο προσεκτική όταν έπαιζε, ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ποτέ όμως δεν έβαλε μυαλό. Έφευγε απ’ το σπίτι καθαρή και περιποιημένη, με ρούχα που μοσχομύριζαν και γυρνούσε ματωμένη απ’ τις γρατζουνιές, ξεμαλλιασμένη και με τα ρούχα της ξεζωμένα και σκισμένα από το παιχνίδι. Λες και έπεφτε σε τυφώνα κάθε φορά. «Κορίτσι είσαι εσύ μωρέ ή θεριό», της έλεγε κάθε φορά η κυρά Μαρία πριν ξεκινήσει να τη τραβάει απ’ τ’ αυτί για να τη βάλει στη μπανιέρα. Και δώσε τρίψιμο, δώσε πλύσιμο η κυρά Μαρία. Τόσο δυνατό που η ταλαίπωρη η Κατερίνα νόμιζε πως θα μείνει χωρίς δέρμα. Μαύρη έμπαινε στο μπάνιο, άσπρη έβγαινε για παιχνίδι και πάλι μαύρη γυρνούσε σπίτι.

Είχε απελπιστεί τη τελευταία φορά η κυρά Μαρία, που δε την άφηνε να βγει για να παίξει στη γειτονιά για μια ολόκληρη εβδομάδα. Κλάμα τότε η μικρή Κατερίνα που δε περιγράφεται. Ούτε το φαΐ της δεν έτρωγε από πείσμα, μήπως και της αλλάξει γνώμη. Στο τέλος δεν άντεχε να την ακούει άλλο να μιξοκλαίγεται και την άφησε να βγει έξω. Την προειδοποίησε όμως πως αν γυρνούσε πάλι λερωμένη, πρώτα θα της έδινε ένα χεράκι ξύλο- αν και ποτέ δεν είχε σηκώσει χέρι πάνω της- και μετά δε θα την έβαζε στο σπίτι, μήπως και βάλει μυαλό. Αυτά σκεφτόταν η μικρή Κατερίνα και συνέχιζε να κλαίει καθισμένη στο πεζοδρόμιο λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι της.

Οι ώρες περνούσαν κι ο ήλιος άρχισε να δύει. Στη γειτονιά δεν υπήρχαν πια έξω άλλα παιδιά. Όλα είχαν γυρίσει σπίτι τους. Άλλα από μόνα τους, κι άλλα με το ζόρι παρατούσαν το παιχνίδι μόλις άκουγαν την αγριεμένη φωνή της μαμά τους. Κοιτούσε τριγύρω τους άδειους δρόμους και δεν ήξερε τι να κάνει, σε ποιον να πει τι τη βασάνιζε. Μέσα στην ησυχία άκουσε τη μαμά της που είχε βγει έξω, να τη φωνάζει να γυρίσει σπίτι. «Πού είσαι βρε θεριό πάλι; Έλα γρήγορα και θα τα πούμε». Η Κατερίνα τρομοκρατήθηκε. Σηκώθηκε κι έτρεξε προς το κεντρικό δρόμο, μη τυχόν και τη βρει η κυρά Μαρία. Μετά από λίγη ώρα, λαχανιασμένη πια, κοίταξε γύρω της και δεν ήξερε πού ήταν. Κανένα σπίτι δε της έμοιαζε γνώριμο. Είχε χαθεί.

Μπορεί η μικρή Κατερίνα στο παιχνίδι της να φερόταν όπως τα αγόρια, μα τα οκτώ της χρόνια δε της επέτρεπαν να μη φοβάται κιόλας όταν κάτι δε πήγαινε καλά. Και τώρα που είχε χαθεί, ο φόβος την είχε κυριεύσει. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, ξαφνικά ένιωσε μια σταγόνα πάνω στη μύτη της. Κοίταξε τον ουρανό και είδε να έχει γεμίσει σύννεφα. Η βροχή δεν άργησε να ξεκινήσει. Σηκώθηκε και προχώρησε μέσα σ’ ένα στενό που είχε υπόστεγο κι έμεινε εκεί για να μη βρέχεται, μέχρι να περάσει η κακοκαιρία.

Όσο περνούσε η ώρα χαλούσε κι άλλο ο καιρός και το μικρό της κορμάκι άρχισε να τρέμει απ’ το κρύο. Λίγο πιο κάτω μέσα στο δρομάκι, είδε μια κούτα γεμάτη με πανιά. Προχώρησε προς τα ‘κει και είδε ένα κουταβάκι κουλουριασμένο μέσα. Έσκυψε και το πλησίασε με μικρά βήματα. Το κουταβάκι σηκώθηκε και πήγε λίγο πιο κοντά της. Τη κοίταξε με τα μικρά κατάμαυρα ματάκια του και η Κατερίνα άπλωσε το χεράκι της να το χαϊδέψει. Εκείνο της έγλειψε το χέρι και η μικρή Κατερίνα χαμογέλασε. Το μπόι της ήταν αρκετό για να μπει κι εκείνη στο χαρτόκουτο μαζί του. Το κουταβάκι γεμάτο χαρά, κουνούσε την ουρά του και άρχισε να τραβά με τα δόντια του τα λερωμένα της ρούχα. Έπαιζε για ώρα μαζί της όταν η βροχή σταμάτησε και η μικρή Κατερίνα αποφάσισε να βγει και πάλι έξω.

Ταλαιπωρημένη πια και αρκετά φοβισμένη, το πήρε απόφαση πως έπρεπε να επιστρέψει σπίτι. Το κρύο είχε γίνει τσουχτερό και δεν άντεχε να μένει άλλο έξω. Προχώρησε λίγα μέτρα, αλλά δεν ήξερε προς τα πού ήταν το σπίτι της. Άρχισε να τρομοκρατείται και να κλαίει και πάλι. Ένα κοφτό γάβγισμα την έκανε να κοιτάξει πίσω της. Το κουταβάκι την είχε πάρει στο κατόπι και την ακολουθούσε. «Πήγαινε σπίτι σου, θα ανησυχεί η μαμά σου μικρούλη» του είπε και μεγάλωσε λίγο τα βήματά της. Το κουταβάκι δε την άφηνε από τα μάτια του. Άρχισε να προχωράει πιο γρήγορα κι εκείνο, μήπως και φτάσει πιο κοντά της.

Όσο νύχτωνε η μικρή Κατερίνα φοβόταν περισσότερο. Δε της άρεσε το σκοτάδι. Σε ποιο παιδί αρέσει άλλωστε. Κοίταξε πίσω της και είδε το κουταβάκι να συνεχίζει να την ακολουθεί. Χάρηκε που δεν ήταν μόνη της. Το πήρε αγκαλιά κι άρχισε να του μιλάει για να ξεχαστεί λιγάκι. «Από πού λες να πάμε; Θυμάσαι πού είναι το σπιτάκι σου;» Το κουταβάκι τη κοιτούσε μέσα στα μάτια και κουνούσε γρήγορα την ουρά του. Λες και ήξερε τι του είχε μόλις πει η μικρή. Το άφησε στο δρόμο και άρχισε να το ακολουθεί. Το κουταβάκι έτρεχε γρήγορα και που και που έριχνε ματιές πίσω του για να ελέγχει που ήταν η μικρή Κατερίνα. Τη περίμενε λίγο και συνέχιζε και πάλι να τρέχει.

Όσο προχωρούσαν παρέα, οι δρόμοι και τα σπίτια έμοιαζαν πιο γνώριμα στη μικρή Κατερίνα. Κάποιες δυνατές φωνές την έκαναν να καταλάβει πως έφτανε στη γειτονιά της. Ήταν οι γείτονες που η κυρά Μαρία ξεσήκωσε με τις φωνές της και είχαν αρχίσει όλοι μαζί να τη ψάχνουν.

Η Κατερίνα χαρούμενη απ’ τη μια και φοβισμένη για το τι θα ακολουθούσε απ’ την άλλη, προχώρησε με βήματα δειλά. Το λεπτοκαμωμένο κορμάκι της κοκάλωσε και με αδύναμη φωνή ψιθύρισε, «εδώ είμαι μαμά». Η κυρά Μαρία σκασμένη απ’ την αγωνία, γύρισε και τη κοίταξε. «Έσκισα το παντελόνι μου μανούλα. Θα με διώξεις;» Τα μάτια της κυρά Μαρίας γέμισαν δάκρυα. Ανακουφισμένη, αγκάλιασε τη μικρή Κατερίνα τόσο σφιχτά, που η μικρή ανέπνεε με δυσκολία. «Μη μου το ξανακάνεις αυτό αγάπη μου, σε παρακαλώ» της είπε και προχώρησαν χέρι-χέρι προς το σπίτι.

Από εκείνη τη μέρα το κουταβάκι και η μικρή Κατερίνα έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Κάθε μεσημέρι πήγαιναν παρέα για να παίξουν στην αλάνα. Το αγοροκόριτσο συνέχισε να ξεμαλλιάζεται και να γεμίζει με γρατζουνιές τα γόνατά της και κάθε μεσημέρι η ίδια γνώριμη τσιρίδα της κυρά Μαρίας έντυνε τη γειτονιά. Αλλά τώρα πια η μικρή Κατερίνα δεν έκλαιγε.Το κουταβάκι έγλειφε τις γρατζουνιές στα γόνατά της και την έκανε να χαμογελά. Γιατί ο φόβος και ο πόνος, όταν τον μοιράζεσαι λιγοστεύει.