Μνήμες…

Από την Στέλλα Καμπάνη.

Ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά όταν αποφάσισες να βγεις μια βόλτα εκείνη τη μέρα του Μαρτίου. Η άνοιξη είχε έρθει πια κι εσύ είχες ένα καθιερωμένο ετήσιο ραντεβού. Στ’ αυτιά σου φορούσες ακουστικά και στα χέρια σου κρατούσες το κινητό σου. Μόνο ένα τραγούδι σου έκανε παρέα εκείνο το πρωί και θα το άκουγες ξανά και ξανά, όπως τότε.

Μετά από αρκετή ώρα βρέθηκες στο δρόμο που οδηγούσε στη παλιά σου γειτονιά. Στην άκρη του βρισκόταν το παλιό περίπτερο, ολοφάνερα κατεστραμμένο απ’ τα χρόνια που πέρασαν. Μα στεκόταν ακόμη εκεί, να σου θυμίζει τα μεσημέρια που ο παππούς σου σε έπιανε απ’ το χέρι για να σου πάρει το πρώτο παγωτό του καλοκαιριού. Κι εσύ, γεμάτη χαρά, ανυπομονούσες να φτάσετε για να διαλέξεις το αγαπημένο σου. «Το ροζ παππού, το ροζ!!!» του έλεγες χοροπηδώντας κι εκείνος άνοιγε το ψυγείο και στο έδινε γεμάτος αγάπη. Μια ροζ φραουλένια φάτσα πάνω σ’ ένα ξυλάκι, που είχε για μύτη μια ολοστρόγγυλη κόκκινη τσίχλα γέμιζε τα χεράκια σου.

Πλησίασες στο παλιό περίπτερο κι άνοιξες το ψυγείο. Έψαχνες μ’ αγωνία να βρεις το ίδιο παγωτό και κάπου ανάμεσα σε νέους, τεράστιους σοκολατένιους πύραυλους και οικογενειακά παγωτά με πληθώρα γεύσεων, βρήκες το δικό σου αγαπημένο. Πίσω-πίσω, σε μια μικρή κούτα, έχοντας άλλα να το επισκιάζουν, μα βρισκόταν ακόμη εκεί. Το πήρες και προχώρησες στο παραθυράκι του περιπτέρου για να πληρώσεις. Ο κύριος Γιάννης δε βρισκόταν πια εκεί. Ο κύριος Γιάννης που σου έλεγε να τον φωνάζεις θείο και που πάντα σε κερνούσε μια λιχουδιά. Κι εσύ γινόσουν κατακόκκινη από ντροπή και χαμήλωνες το βλέμμα. Το ευχαριστώ έβγαινε με δυσκολία απ’ τα παιδικά σου χείλη κι έφευγες με τον παππού για το σπίτι της γιαγιάς που βρισκόταν κάτω απ’ το παλιό πατρικό σου. Σήμερα απλά πλήρωσες, ευχαρίστησες κι έφυγες. Χωρίς κόκκινα μάγουλα και χωρίς λιχουδιά στα χέρια σου.

Η μουσική συνέχιζε να αντηχεί στ΄ αυτιά σου και σε οδηγούσε μέσα στο στενό δρομάκι. Άνοιξες το παγωτό, έκλεισες τα μάτια και το έφερες στο στόμα σου. Στη γειτονιά επικρατούσε ησυχία. Είχε πια μεσημεριάσει κι όλα τα παιδιά είχαν μπει στα σπίτια τους. Ήταν ώρα για φαγητό και οι μαμάδες τους τα είχαν ήδη φωνάξει ν’ αφήσουν το παιχνίδι και να μπουν μέσα.

Φτάνοντας έξω απ’ το σπίτι της γιαγιάς, έβαλες το κλειδί και ξεκλείδωσες τη κεντρική είσοδο. Προχώρησες και ξεκλείδωσες τη πόρτα της γιαγιάς στα δεξιά σου. Έσπρωξες τη βαριά ξύλινη πόρτα και σήκωσες το βλέμμα. Ένα πέπλο παρελθόντος είχε καλύψει τα πάντα. Το παράθυρο του σπιτιού παρέμενε κλειστό και με δυσκολία έβλεπες μέσα στο δωμάτιο. Το χέρι σου κατευθύνθηκε μηχανικά αριστερά και άναψε το διακόπτη για το φως.

Τον ένα τοίχο στόλιζε ο παλιός ξύλινος μπουφές της γιαγιάς. Αρχοντικός, ψηλός και επιβλητικός, με περίτεχνα σκαλίσματα που είχαν πια γεμίσει σκόνη. Τα τζάμια του θολά, δε ξεχώριζες τι βρισκόταν
από μέσα. Έκλεισες ξανά τα μάτια κι έγλειψες λίγο παγωτό ακόμη. Τον ξανακοίταξες κι είδες όλο το νοικοκυριό της γιαγιάς τακτοποιημένο και πεντακάθαρο σε κάθε ράφι. Στο ένα, τα φλιτζανάκια του καφέ, στο άλλο το πορσελάνινο σερβίτσιο για το τσάι. Πιο ψηλά τα «καλά» κρυστάλλινα ποτήρια, τόσο ψηλά ώστε να μη μπορέσει να τα σπάσει κανείς. Πιο δίπλα τα ποτήρια του κρασιού, του λικέρ και πιο χαμηλά τα νεροπότηρα με τα ανθάκια να στολίζουν το γυαλί τους. Κι όλα αυτά τοποθετημένα πάνω σε αραχνοΰφαντα σεμεδάκια που η γιαγιά είχε δημιουργήσει με τα ικανά της
χέρια. Δεξιά κι αριστερά απ’ το μπουφέ δυο ασπρόμαυρα μεγάλα κάδρα με οικογενειακές φωτογραφίες της γιαγιάς. Κι άλλη μια, πιο ψηλά για να ξεχωρίζει, του άντρα της. Στεκόταν ψηλός και γεμάτος υπερηφάνεια φορώντας τη στρατιωτική του στολή.

Πλησίασες το μπουφέ κι άνοιξες τα βαριά του συρτάρια με δυσκολία. Ένα σύννεφο σκόνης βγήκε από μέσα κι έκανες ένα βήμα πίσω. Γεύτηκες λίγο παγωτό ακόμη και το σύννεφο διαλύθηκε. Κοίταξες μέσα στα συρτάρια κι είδες τα ολόλευκα χειροποίητα κεντητά τραπεζομάντηλα της γιαγιάς. Τα σήκωσες λίγο και βρήκες και τις ολόλευκες «καλές» πετσέτες για το τραπέζι. Εκείνες που έβγαζε μόνο σε γιορτές όταν καλούσε για φαγητό παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα για να γιορτάσετε όλοι μαζί παρέα. Πότε δε την ένοιαξε να λερωθούν από φαγητά και ποτά. Της αρκούσε να ήταν όλα καθαρά και να μοσχοβολούσαν όταν τα έστρωνε για τους καλεσμένους της.

Κάτω απ’ τα συρτάρια, δυο πορτάκια με ένα μπρούτζινο κλειδί επάνω. Το γύρισες και τα ξεκλείδωσες . Μαζί μ’ αυτά κι όσες μνήμες κρύβονταν εκεί χρόνια τώρα. Μπροστά-μπροστά ήταν η ανέμη της γιαγιάς. Πόσες φορές σε είχε βάλει να κάθεσαι απέναντί της και να της κρατάς τη πλεξούδα απ’ το νήμα για να το περάσετε στην ανέμη. Κι όποτε τελειώνατε μ’ αυτή τη δουλειά, η γιαγιά έβγαζε το γλυκό μέσα από το μπουφέ και σου έβαζε σ’ ένα πιατάκι μια πλούσια κουταλιά για να σ’ ευχαριστήσει που τη βοήθησες. Αχ εκείνο το γλυκό σταφύλι!! Πόσες φορές είχες ανοίξει κρυφά το βάζο για να βουτήξεις με χτυποκάρδι μέσα το δάχτυλό σου και να προλάβεις να γευτείς
λίγο απ’ το σιρόπι του, πριν σε πάρει είδηση η γιαγιά. Κι αυτό το σιρόπι πάντα λιγόστευε, μα η γιαγιά ποτέ δε σε μάλωσε γι’ αυτό. Κάθε φορά που τη βοηθούσες ήξερε πόσο περίμενες να στο κεράσει. Κι εσύ καθόσουν δίπλα της κι απολάμβανες το έπαθλό σου όσο εκείνη τύλιγε το νήμα σε κουβάρι.

Δίπλα απ’ την ανέμη, ο καλός ασημένιος δίσκος που η γιαγιά πάντα έβγαζε για να προσφέρει καλούδια στους καλεσμένους της. Ένα σεμεδάκι στη βάση του, ποτήρια με δροσερό νερό ή χειροποίητο λικέρ και κεράσματα γέμιζαν το δίσκο και φανέρωναν τη νοικοκυροσύνη της. Πιο μέσα τα σκαλιστά πιατάκια για το γλυκό του κουταλιού και στο βάθος του μπουφέ ξεχώριζαν τα πορσελάνινα πιάτα για τα γιορτινά τραπεζώματα της γιαγιάς. Πόση ζεστασιά έκρυβαν αυτά τα τραπεζώματα. Φωνές απ’ όλα τα εγγόνια και τα δισέγγονα γέμιζαν το σπίτι τότε και η γιαγιά γεμάτη αντοχή προλάβαινε να περιποιηθεί τους πάντες και να παίξει με όλα τα παιδιά που υπήρχαν στο
σπίτι. Άξια σε όλα της αυτή η γυναίκα!

Έκλεισες και κλείδωσες ξανά τα πορτάκια του μπουφέ με το ένα σου χέρι και πλησίασες στο παράθυρο. Τράβηξες τις σκονισμένες κουρτίνες κι άνοιξες τα τζάμια. Tα ξύλινα παντζούρια σε δυσκόλεψαν λίγο. Ακόμη και τώρα σε ταλαιπώρησε εκείνος ο σύρτης που από παιδάκι πάλευες να
σπρώξεις για να τ’ ανοίξεις. Τα παντζούρια άνοιξαν διάπλατα και φως έλουσε το δωμάτιο. Η μυρωδιά της λεμονιάς στη γειτονιά γέμισε τα πνευμόνια σου. Πόσες φορές είχες παίξει κυνηγητό γύρω της με τα παιδιά απ’ τα γύρω σπίτια. Κοίταξες χαμηλά στο πεζοδρόμιο, μα τα λουλούδια που
κάποτε το στόλιζαν, είχαν πια μαραθεί. Αναστέναξες κι έκλεισες ξανά τα παντζούρια, έπειτα τα τζάμια, τράβηξες ξανά τις κουρτίνες κι έριξες μια δειλή ματιά δίπλα σου.

Η πολυθρόνα της γιαγιάς βρισκόταν στο ίδιο σημείο. Σκονισμένη και άδεια. Έσκυψες το πρόσωπο για να γευτείς λίγο παγωτό ακόμη, μα είχε πια τελειώσει. Τίποτα απ’ την εικόνα αυτή δε γινόταν ν’ αλλάξει. Το φως από τη λάμπα τρεμόπαιξε κι η σκόνη μέσα στο δωμάτιο έγινε πυκνότερη. Κοίταξες
το ασπρόμαυρο κάδρο με τη γιαγιά. «Θα ξανάρθω γιαγιά». «Έχουμε να ξετυλίξουμε κι άλλες μνήμες απ’ την ανέμη. Όποτε η λεμονιά ανθίζει, εγώ θα έρχομαι».

Έσβησες το φως, κλείδωσες τη πόρτα πίσω σου και κοίταξες τη λεμονιά απέναντι. Έβαλες τα ακουστικά ξανά στ’ αυτιά σου και συνέχισες να μασάς τη φραουλένια μύτη που είχε απομείνει απ’ το παγωτό. Το τραγούδι ένα, το αγαπημένο σας, συνέχισε να αντηχεί στ’ αυτιά σου.

Στέλλα Καμπάνη