Με μία μουσούδα στα πόδια

της Αριστέας Σταυροπούλου.

«Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν»… Στριφογυρίζει εδώ και πολλές μέρες στο μυαλό μου. Ξεπρόβαλε σαν σκέψη μία μέρα εν μέσω καραντίνας, την ώρα που καθόμουν στο γραφείο μου μπροστά στον υπολογιστή. Ήμουν αρκετή ώρα εκεί δουλεύοντας, όταν η σκυλίτσα μου, ένα καφετί κόκερ που ακούει στο όνομα Κίρα, τρύπωσε κάτω από το ξύλινο έπιπλο και ξάπλωσε στα πόδια μου. Σταμάτησα να γράφω, έσπρωξα λίγα εκατοστά πίσω την καρέκλα μου και την κοίταξα εκεί, κουλουριασμένη, με το μισό της σώμα πάνω στις παντόφλες μου και το υπόλοιπο να ακουμπά απευθείας στο μάρμαρο. Χαμογέλασα και το σκέφτηκα μεμιάς, απλά και ξάστερα.

Υπάρχουν τόσα πολλά που έχουν αλλάξει εδώ και δύο μήνες για σχεδόν όλους τους ανθρώπους στον κόσμο. Για τους περισσότερους έχουν έρθει τα πάνω, κάτω. Στη δουλειά τους, στα οικονομικά τους, στην εντός σπιτιού καθημερινότητά τους, στα πάντα. Για άλλους πιο δύσκολα, για άλλους πιο εύκολα, όμως για όλους τα πράγματα είναι διαφορετικά. Προγραμματισμένα πλάνα έχουν μπει στον πάγο ή και ακυρωθεί εντελώς, αβέβαιες καταστάσεις έχουν γεννηθεί από το πουθενά (λες και πριν ήταν όλα βέβαια…), πρωτόγνωρα συναισθήματα έχουν κάνει την εμφάνισή τους σε ένα μεγάλο πλήθος κόσμου, χωρίς οι περισσότεροι να γνωρίζουμε ποια από αυτά τα συναισθήματα είναι πρόσκαιρα και ποια ήρθαν για να μείνουν. Αυτή είναι, με πιο ήπια ή και πιο έντονα λόγια που μπορεί να επιλέξει κάποιος, η πραγματικότητα αυτή τη στιγμή.

Ωστόσο, αυτό που, σαν μικρό φωτάκι σε σκοτεινό δωμάτιο, «έλαμψε» τόσο απλά και ανθρώπινα στο μυαλό μου, κοιτάζοντας το τετράποδο μέλος τής οικογένειάς μου, ήταν τούτο: όσες αλλαγές κι αν έχουν επέλθει από αυτό το κοινό βίωμα, υπάρχουν για μένα πράγματα που παραμένουν ακριβώς όπως ήταν πριν και –ίσως– κάποια από αυτά να αποτελούν –ή να αξίζει να τα βοηθήσω να λειτουργήσουν έτσι– τα στηρίγματά μου για κάθε ζόρικη στιγμή, είτε τώρα είτε μετά.

Ακόμα και πριν από οποιαδήποτε εμφάνιση ιού και μασκών και απαγορεύσεων κυκλοφορίας, αυτό το τριχωτό καλοκάγαθο πλάσμα, με τη φουντωτή ουρά και τα μακριά αυτιά, ανέκαθεν συνήθιζε να έρχεται και να κάθεται ακριβώς στα πόδια μου, ιδίως τις ώρες που ήμασταν οι δυο μας στο σπίτι κι εγώ έγραφα, μαγείρευα ή άπλωνα ρούχα. Και προτού μάθουμε τους μισούς λοιμωξιολόγους, πνευμονολόγους και ιολόγους της χώρας μας, είχα τρία πιτσιρίκια που κάθε τόσο άνοιγαν το ντουλάπι των τροφίμων, αναζητώντας κάτι για σνακ. Και πριν από την έλευση μιας νόσου, που δυσκολευόμαστε να αποφασίσουμε αν θα γράφεται με όμικρον ή ωμέγα στα ελληνικά, είχα δύο γονείς που κάθε βράδυ έπαιρναν τηλέφωνο για να ακούσουν και να καληνυχτίσουν τα παιδιά μου και, όποτε μπορούσαν, έκαναν και βιντεοκλήση, ώστε «ελάτε να δούμε και κανένα γλυκό μουτράκι τώρα» –είχαν φροντίσει να μάθουν πώς γίνεται αυτό σχεδόν από τη στιγμή που βρέθηκαν στο χωριό και μακριά από όλα τους τα εγγόνια, όχι λόγω μιας πανδημίας. Και πριν από την καραντίνα αφιέρωνα ώρες ψάχνοντας τραγούδια στο διαδίκτυο ή βρισκόμουν με ένα μεγάλο τετράδιο στα χέρια στις 3 τη νύχτα, για να σημειώσω σκέψεις και λόγια –ακριβώς όπως κάνω και τώρα. Και πριν από την «κοινωνική αποστασιοποίηση», τα παρασκευόβραδά μου αποτελούνταν  κυρίως από «χαριτωμένες διαμάχες» για το αν θα δούμε την τάδε ή τη δείνα ταινία κινουμένων σχεδίων στην τηλεόραση κι αν θα τη συνοδεύσουμε μόνο με ποπ-κορν ή και με πατατάκια  («είναι βραδιά ταινίας, μαμά, επιτρέπονται τα πατατάκια!»).

Με άλλα λόγια, όσοι από εμάς έχουμε την τύχη να βιώνουμε μικρά πράγματα που ΔΕΝ άλλαξαν μεταξύ τής «προ Covid-19 εποχής» και της «καραντίνας» τα οποία είναι ικανά να μας κάνουν να χαμογελάσουμε, να γαληνέψουμε ή να νοιώσουμε ζωντανοί, ας τα αναγνωρίσουμε, ας τα ρίχνουμε κάθε τόσο στη «ζυγαριά της πραγματικότητάς μας» και ας είμαστε ευγνώμονες για αυτά. Και ακόμη, όσοι από εμάς βρεθούμε μετά από όλο αυτό με πράγματα που ΑΛΛΑΞΑΝ ΜΕΣΑ ΜΑΣ προς το καλύτερο, προς το πιο ανθρώπινο, προς το πιο ευγενικό και θα συνεχίσουν να μένουν έτσι αλλαγμένα και τότε που η πανδημία και «τα χειροκροτήματα των μπαλκονιών» θα είναι μακρινή ανάμνηση, ας είμαστε και για αυτό ευγνώμονες. Εκείνος που βουτά στον προσωπικό του βυθό και βγαίνει με λίγο περισσότερο φως από όσο είχε προηγουμένως, είναι αυτός που πιο αυθόρμητα και απλόχερα και συνειδητά θα το μοιράζει γύρω του –φορώντας μάσκα ή όχι.